IOYAIV2 1990 ΚΕΡΥΝΕΙΑ Τούτα τα βουνά, Πατρίδα µου, επιβεβαιώνουν την πίκρα µας και δε μπορούμε να γυρίσουμε το κεφάλι απέναντι. Τρυπώνουν στην ποδιά µας, τρυπώνσουν στο γέλιο µας (Τι σόϊ γέλιο γελούμε, Πατρίδα µου). Δώσ᾽ µου, Πενταδάχτυλε, εκείνη τη δεκαεξάχρονη καρδιά π᾿ άφησα στο Ἑξι Μίλι ν᾿ αναπολεί µερόνυχτα τα µάτια του Πανίκου (πού νάναι τα µάτια σου, Πανίκο). Ayvooupeva σαν το Κερυνιώτικο κύμα, ζωντανά σαν τη µέρα και τον ἡλιο π' αναπνέουµε, ολάνοιχτα σαν Την αγκαλιά της µάνας σου που περιμένει και ζωγραφίζει λεύτερο τον Καραβά µε την καρδιά και τη νιότη σου που μύριζε αρμύρα. Δε χωράει άλλο η φωτογραφία σου στο συρτάρι µου. Δε χωράει άλλη σιωπή η καρδιά µας, δεν χωράει τόση λεβεντιά τούτο το χαρτί. «Κίη Κερύνεια µία ανοιχτή πληγή». ΕΥΡΟΥΛΑ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΜΟΥ... Κερύνεια µου πεντάµορφη µη σκύψεις το κεφάλι, σφίξε τα δόντια, την καρδιά θα ξαναρθούµε πάλι. Μες τ’ αδειανἁ αρχοντικά να μπούμε νοικοκυραίοι και να ντυθείἰς στα γιορτινά να ρθούν µουσαφιραίοι. Εσύ βασίλισσα όπως χτες και μεις της γης σου δουλευτές. ΣΑΒΒΑΣ ΚΟΣΙΑΡΗ ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΜΟΥ Και καθώς όλοι οι Έλληνες διάβηκαν το κατώφλι της Κερύνειας iY H AAOYVAGRTH KREPYNETA ααααστσαπσησαποαασαααααααακωαασυσοσ--ααασαααµα-αμακασσασ-μ.»ειιεμασφα. και τράβηξαν για την προσφυγιά χρυσόσκονη σκέπασε όλα τα µέρη: 0 χρόνος πρωτοµάστορας ἔβαλε την πέτρα προσωρινά πάνω απὀ το μνήμα της πόλης του Τούρκου του αλλόθρησκου dev Ga μπορέσει χέρι δεν θα μπορέσει µάτι δεν θα μπορέσει πόδι να µαγαρίσει τούτα τα χώματα’ το δάκρυ κύλησε πικρό και σκέπασε τα μέρη και καρτερά κάποιο πρωί της Λεωτεριάς το μήνυμα να φέρει κάποιο αγέρι. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΖΑΚΟΣ Ο ΠΕΝΤΑΛΑΧΤΥΛΟΣ Ο Πενταδάχτυλος αναπνέει στο δικό µου ρυθµό έγινε ένα µε τους δικούς µου παλμούς ανακατεύτηκε µέσα µου και δεν µπορείς να ξεχωρίσεις τον Πενταδάχτυλο απ' Τον εαυτό µου τον εαυτό µου απ’ τον Πενταδάχτυλο το αίμα του απ᾿ το δικό µου. Κι έτσι συμπορεμόμαστε συνωπάρχουµε: ο Πενταδάχτυλος το βουνό κι εγώ σ άνθρωπος. ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ ΓΛΥΚΟΡΙΖΟΙ Γλυκόριζα της νιότης εκεί στην Άσπρη Βρύση στην ακρογιαλιά των χαλικιών κοντά στ’ αλώνι και του Κανάρη το κατάλυµα- το γκρίζο σπίτι. Τη γεύση ακόµα συντηρώ νωπή σαν να ταν τώρα. Τώρα που σαν πικροδάφνη γίνηκαν αισθήματα και μνήμη. ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΙΜΕΡΟΕΣΣΑ ΛΑΠΗΘΟΣ Μια οµορφιά η πρὠτη της Κύπρου µια ζωή, µια ολόκληρη ιστορία µια μνήμη, ένα πάθος, µια αγωνία ἑνας πόνος, µια ελπίδα ἑνα χρέος τα αχνάρια των προγόνων τα αποτυπώματα αιώνων. Έτη φωτός, το άπειρο η ἐκπαλγη θέα η φύση, ο ήλιος, η θάλασσα έπος, λυρισµός και τραγούδι η Υη ο ουρανός, η κορυφή του Πενταδάκτυλου ο Κυπαρισσόβουνος, οι βράχοι, Τα αγριολούλουδα ο απὀκρηµνος θαυμασμός, το όνειρο, το ιδανικό το πρώτο εργαστήρι της Κύπρου τα αγγεία τα χάλκινα, το δουλεµένο ασήμι, τα σιδερένια εργαλεία, τα ξυλόγλυπτα τα κεντήµατα, τα μεταξωτά τα φημισμένα Λαπηθιώτικα. ΦΑΙΔΡΟΣ ΚΑΒΑΛΛΑΡΗΣ ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ «Πολλά λιμάνια μοιάζουν αγκαλιές, µα της Κερύνειας πάνω απ’ όλα. Η πιο κλειστή, η πιο ζεστή, η Πιο γλυκιά αγκαλιά... Το µικρὀ λιμανάκι της Κερύνειας. Δε θα το ξεχάσω ποτέ... Λίγα πράγματα στη ζωή μού έχουν λείψει όσο αυτή η µικρή πολιτεία. Αισθάνομαι εξόριστος όταν τη σκέπτομαι, εξόριστος απὀ µια πατρίδα που ο ἴδιος διάλεξα. Το µόνο που µπόρεσα να κάνω όταν έµαθα την καταστροφή ήταν να γράψω δυο λέξεις: «δεν ξεχνώ» και να τις στείλω σ᾿ όλο τον κόσµο. Γιατί, αν σε ξεχάσω Κερύνεια, αν σε ξεχάσω Κύπρος, θα λιγοστέψω σαν Ἑλληνας, θα φτωχύνω σαν άνθρωπος, θα μικρύνω, θα μαραθώ». ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΛΕΜΟΝΙΟΥ Λεμόνια στην Κερύνεια µας, κι’ όλη την επαρχία! Ma'tave µόνο δυο χωριά, στη Λάπηθο - και Καραβά, που είχαν τα πρωτεία. Λάπηθός µου, και Καραβά, που εἴχετε τα λεμόνια. Και πρώτοι πάντα ἔρχεστουν, τον πλούτο σας εχαίρεστουν, ἦταν ωραία χρόνια! Όμορφες κόρες του Βορρά! Χιονάτες - στολισµένες. Μέσα στα άσπρα νυμφικά, παντού τα µοσχοβολιτά, λεμονανθούς ντυµένες. Οι µεθυσμµένες μέλισσες, απ’ την πολλή τη γύρι. Με βουητὀν αρμονικό, ἠτο σαν ύμνος στο Θεό, Αγγέλων πανηγύρι Ἠταν ο πράσινος χρυσός! Τον πλούτο µας ζηλέψαν. Τα 22 χρόνια κόντεψαν, που όλους µας εκατάκλεψαν, πολλούς µας ξενιτέψαν. Όλοι µας νοσταλγήσαµε, τέτοια ωραία µέρη! Τη Λάπηθο - τον Καραβά, τῃ Λάμπουσα µε τον χαβά, Βαλασσινό Αγέρι. Θεέ µου δώσε φώτιση! στης Γης τους δυνατούς. Δίκαια λύση να βρεθεἰ, να τερματίσει η κατοχή, κάνε τους, λογικούς. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ (Λόντος) (Δαπηθιώτης αναγνώστης της εφημερίδας «Αδούλωώτη Κερύνεια» στο Σύδνεῖ της Αυστραλίας) ἱ..---ὲ..------------µ------------------ί