Back

Το οδοιπορικό

Κερύνεια, Δευτέρα 22 Ιουλίου, 1974, ώρα Ἰ µ.µ. Πέντε µε έξι τεχνικοί της ΑΤΗΚ, μείναμε σ᾿ όλη τη διάρκεια της εισβολής, στο κτίριο των Τηλεπικοινωνιών της Επαρχίας µας, µε αποστολή τη διευκόλυνση και ενίσχυση των διαβιβάσεων της Ε. Φρουράς. Στις µια ῃ ώρα το μεσημέρι διακόψαµε για φαγητό, αλλά δεν προλάβαμε. Από το παράθυρο προσέξαµε οτι η πολιτική άμυνα εγκατέλειπε την πόλη και σε ερώτησή µας για το τι συμβαίνει µάς έκαναν νόημα µε το χέρι να φύγουμε κι εµείς. Μπήκαµε βιαστικά στ’ αυτοκίνητα και κατευθυνθήκαµε προς το Μπέλλα-παίς, µέσα απὀ τις εκρήξεις και φωτιές που προ- καλούσαν τα πυροβόλα των Τουρκικών πλοίων που κτυπούσαν εκείνη την ώρα τις παρυφές του Πενταδακτύλου. το Μπέλλα-παΐς ήταν χωμένο στους καπνούς και νοµίσαμε πως καιγόταν. Στο Μπέλλα-παῖϊς βρίσκεται το σπίτι της οικογένειας µου. Φιλοξενήσαμε αρκετούς Κερυνειώτες, που είχαν καταφύγει εκεί για να σωθούν. O Πενταδάκτυλος καιγόταν, από τους βομβαρδισμούς, οι καπνοί και οι στάχτες κάλυψαν το όμορφο τοπίο. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Το χωριό κινδύνεψε να καεί. Η φωτιά είχε πλησιάσει τα πρώτα σπίτια, όµως σαν απὀ θαύμα φύσηξε αντίθετος άνεμος και το χωριό σώθηκε. Στις 4 μ.μ. η ώρα, ανακοινώθηκε η κήρυξη εκεχειρίας την οποίαν οι Τούρκοι ποτέ δεν τήρησαν. Μόνο η αεροπορία και το ναυτικό σταμάτησαν να κτυπούν οι ἄλλες δυνάμεις εισβολής συνέχιζαν να προχωρούν. Κατά τις επόμενες 2-3 Πμέρες, οἱ φιλοξενούμενοι µας άρχισαν να φεύγουν, καθώς και πολλοί άλλοι που είχαν καταφύγει στο Μπέλλα-παίς για να σωθούν, µέσω ενός αγροτικού δρόµου ανατολικά του χωριού. Στο διάστηµα αυτό ήλθαν δυνάμεις των Ην. Εθνών και εγκα- ταστάθηκαν στο χωριό και ύψωσαν τη σηµαία τους στο Αββαείο του Πέλλα-παίς. Στο κέντρο του Χωριού, ένας αξιωματικός τους, µάς είπε ὁτι είμαστε τυχεροί γιατί είχε γίνει εκεχειρία και το χωριό δεν καταλήφθηκε απὀ τους τούρκους και ότι βρίσκετο κάτω από την ειιθύνη και εγγύηση των Ην. Εθνών, γι’ αυτό µάς είπε να µην ανησιυχούµε. Οι περισσότεροια πό τους συνεπαρχιώτες µας που εἰχαν έλθει, κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών και αρκετοί απὀ τους συγχωριανούς µας είχαν ήδη φύγει προς τις άλλες ελεύθερες περιοχές, που υπήρχε περισσότερη ασφάλεια. Αρκετοί απὀ µας δεν βιάστηκαν να φύγουν για πολλούς και διάφορους λόγους, Πιστεύω πως η παρουσία των Ην. Εθνών τούς ὀκανο να περιμένουν, Ιδιαίτερα οι κάτοικοι του Πέλλα- παῖς δεν φαίνονταν και πολὺ πρόθυμοι να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να πάρουν το δρόµο προς το ἁγνωστο. Στο μεταξύ οι Τουρκικές δυνάμεις προχώρησαν και απέκοψαν τον δρόµο διαφυγής, γύρω στις 25 ἰουλίου Kat κανένας πλέον δεν μπορούσε να φύγει. Μόλις έγινε γνωστό αυτό το γεγονός, ακούσαμε για πρώτη φορά και συνειδητοποιήσαµε τη φράση. «Μείναµε εγκλω- βισμένοι», «εγκλωβισμένοι», λέξη που έμελλε να γίνει πασίγνωστη και μέχρι σήµερα να τη λέμε και να την ακούμε, χωρίς πολλοί να συνειδητοποιούν το δράµα που υπάρχει πίσω απὀ αυτή τη φράση. Στις 2 Αυγούστου, ηµέρα Παρασκευή, γύρω στις 6 το πρωι, οι Τούρκοι αποφάσισαν να µπουν µέσα στο χωριό. αφού ειδοποίησαν απὀ την προηγούµενη ημέρα τα Ην. Ἐθνη. τα οποία µάς συνέστησαν oti av κρύβουμε όπλα να τα πετάξουμε. Αφού περικύκλωσαν το χωριό, µπήκε µια δύναμη περίπου δύο λόχων, σε παράταξη, απὀ την είσοδο του χωριού. αφού ξυλοκόπησαν και ἐδιωξαν τους ελάχιστους άνδρες των Ην. Εθνών που φύλαγαν την είσοδο του χωριου Ακολούθησαν ἑένα-δυο αυτοκίνητα της κυπριακής αστυνομίας που τα πήραν Τουρκοκύπριοι «αστυνομικοί» οἱ Οποίοι καλούσαν µε µργάφωνα τους καιοίκους να συγκε- ντρωθούν στην πλατεία του χωριού. Σ αυτή την πλατεία του μικρού χωριοή, συντελείτο εκείνη την ώρα, το τραγικότερο δράµα που έμελλε να αφήσει τὴ σφραγίδα τῆς πιο βάρβαρης και αποτρόπαιας πράξης. Μόλις συγκεντρώθηκε όλο το χωριο εκεί, οι Τούρκοι ανέβηκαν στο Αβαείο, κατέβασαν την σηµαία Tey Hv. Εθνών που κυμµάτιζε πάνω σε ἑνα ιστό µε σταυρό. Έσπασαν µε µανία τον σταυρό και ὑψωσαν την Τουρκική σηµσία. Στην ἰδιά ακριβώς θέση που κυµµάτιζε για τόσα χρόνια η Ελληνική. Ἠταν η επιση- µοποίηση της τουρκικής κατοχής και η αρχή της μελανώτερης περιόδους της πιο πρόσφατης ιστορίας του νησιού. Ἠταν η στιγµή της μετάβασης απὀ την ελευθερία στην υποδούλωση, στην Ἰαπείνωση και στον εξευτελισμό, Ξανά πίσω στην Τουρκοκρατία, µε τα όλα της. Αφού δρεύνησαν όλα τὰ σπίτια, χώρισαν τους άνδρες ἀπό τα γυναικοπαιδα. Μας έδεσαν τα χέρια και πι μάτια, µας έβαλαν σε φορτηγά αυτοκίνητα καὶ ξεκίνησαν χωρίς να Το οδοιπορικό γνωρίζουμε προς τα ποὺ µάς πήγαιναν. Καθ’ οδόν µάς αφαίρεσαν ότι θεωρούσαμε πολύτιμο αντικειµενο, ρολόγια, αντίκες, βέρες κ.ᾱ. Σε κάποια στιγµή αντιληφθήκαµε ότι µπήκαμε σε ανώμαλο χωματόδροµο. Μετά απὀ λίγο σταμάτησαν και αφού µας κατέβασαν απὀ τα αυτοκίνητα, µας έλυσαν τα μάτια και τα χέρια. Κοιτάζοντας γύρω καταλάβαμε ότι βρισκόµασταν έξω απὀ µια μάντρα χωρίς να φαίνεται οτιδήποτε άλλο κοντά. Γύρω ήταν ερημιά. Πίσω απὀ ἑνα λόφο ακούετο ο θόρυβος καϊτο σκάψιµο που έκανε µία μπουλντόζα. Τίποτε ἀλλο. Μας έβαλαν µέσα στη μάντρα, η οποία ήταν κλειστή από τις τρεις µεριές και πάνω σκεπασµένη µε τσίγγους, Απ’ έξω έβαλαν φρουρό απὀ Τούρκους στρατιώτες και ένα-δυο Τουρκο- κὐπριους «αστυνομικούς». Mac κράτησαν στην μάντρα, χωρίς να γνωρίζουμε το λόγο, για 4 ηµέρες και µάς τάιζαν µε Ψωμί και ελιές. Στις έξι Αυγούστου το μεσημέρι, µάς έβαλαν πάλι στα Φορτηγά και μάς μετέφεραν πίσω στο Πέλλα-παίς. Στην πλατεία του χωριού μάς µίλησε ο στρατιωτικός διοικητής, µέσω διερμηνέα, και μᾶς είπε ότι ο πόλεμος για µάς έχει τελειώσει, καἰδεν Θα πάβουµε τίποτε αν δεν ενοχλούμε τον τουρκικό στρατὀ. Μάς συνέστησε να υπακούµε στις εντολές τους για να περάσουμε καλά, Εκεἰ ξανασμίξαμµε µε τις οικογένειες µας, που είχαν μείνει στο χωριό και πήγαμε ξανά στα σπίτια µας. Πληροφορηθήκαμε ότι κατά τη διάρκεια της κράτησης µας στη μάντρα, οι Τούρκοι µάζεψαν τα γυναικόπαιδα και τα έκλεισαν οµαδικά σε µερικά σπίτια δυτικά του χωριού, κοντά στο στρατόπεδο των λοκατζήδων. Τούς είχαν πει ότιθα τους μετέφεραν στις ελεύθερες περιοχές, µέσω των Ηνωμ. Εθνών. Φαίνεται πως, µετά άλλαξαν γνώµη. Μείναµε στο Πέλλα-παῖς τις επόµενες µέρες, µε την έντονη παρουσία Τούρκων στρατιωτών που περιπολούσαν συνεχώς στους δρόμους, χωρίς όμως να ενοχλούν κανένα. Άρχισε η δεύτερη φάση της εισβολής. Κλειστήκαμεο στα σπίτια µας, ακούοντας τα αεροπλάνα που κτυπούσαν πίσω από τον Πενταδάκτυλο και παρακολουθώντας τις εξελίξεις απὀ το ραδιόφωνο. Μετά το πέρας της δεύτερης φάσης της εισβολής, στις 22 Αυγούστου, νωρίς το πρωί, ακούστηκαν οι Τούρκοι, από τα µεγάφωνα των αστωνοµικὠν αυτοκινήτων, που καλούσαν όλους τους άρενες κατοίκους να συγκεντρωθούν στην πλατεία του χωριού. Στην πλατεία ήταν συγκεντρωμένοι πολλοί ένοπλοι Τούρκοι στρατιώτες και αρκετοί «αστυνομικοί». Μας είπαν ότιθα µας ἐπαιρναν στη Λεωκωσία για ανάκριση. Αυτή τη φορά δεν πήραν τους γόροντες. Μας έβαλαν σε λεωφορεία που περίµεναν έξω απὀ το χωριό, αφού µάς έδεσαν πάλι τα μάτια. Βλέποντας κάτω απὀ το ρούχο. που ἦταν δεμένα τα μάτια µου κατάλαβα ὅτι βρισκόμαστε στον τουρκικό τοµέα της Λευκωσίας. Κοντοστάθηκαν σε κάποια στιγµή τα λεωφορεία καὶ µας πλησίασαν αρκετοί Τοιρκοκύπριοι. που µας έβριζαν και µας έριχναν διάφορα αντικείμενα. Μας απειλούσαν ὁτι θα µας κόψουν τα κεφάἄλια και πολλά ἄλλα. Τελικά δεν µας κατέβασαν στις φυλακές Σεραϊοή - φαίνεται πως ειχαν γεμίσει. Μας πήραν στο γκαράζ Παυλίδη. Εκεί είδαμε ὁτι υπήρχαν και άλλοι πόρα πολλοί κρατούμενοι Ἑλληνοκύπριοι. που είχαν συλληφθεί από ἄλλες περιοχες. κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης της εισβολἠς, Εκεί προσεξα ότι την εὐθύνη είχε η Τουρκοκωπριακὴ «αστυνομία» και ὄχι ο στρατός. Δεν ξέραμε γιατί μάς πηραν εκεί, κάναμε ῥιαφαρες εικασίες για την τύχη µας. Ρωτούσαμε τους «αστυνομικούς» αλλά ὅεν µας έλεγαν, To απόγευμα της ἴδιας ημέρας ἠλθαν εκπρόσωποι του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και ζήτησαν να μιλήσουν στην Ομάδα που σµνελήφθηκε από το Πέλλα-παις, Μάς έδωσαν ειδικἀ έντυπα και κάρτες Ka! pac υπέδεοιξαν να τα συμπληρώσουμµε για να συμπεριληφθούµε στον κατάλογο των αιχμαλώτων, πολέμου για τη δικἠ µας ασφάλεια, όπως και έγινε, Η παραμονή µας (10 ηµέρες) στο γκαράζ Παυλιδη, ήταν κάτω απὀ άσχημες συνθήκες υγιεινής, σλλά και µε αγωνία, γιατί σχεδόν καθημερινά απισκέπτονταν το χώρο αυτό, οπλοφόροι της Τ.Μ.Τ. κοι ζητούσαν να Πάρουν µαζί τους κάποιους απὀ εµάς, φωνάζοντας τα «ενόµατά τους, ή κοι- τάζοντας µας κατά την ώρα Ίου μάς εδίδειο το φορτηγό, για να αναγνωρίσουν κάποιους που ζητούσαν, κάµνοντας καθαρές τις προθέσεις Tous. Στις 31 Αυγούστου, 1374 µας ανάφεραν ότι θα µας μετέφεραν σε οργανωμένες φυλακές στην Τουρκία. Στο δρόμο προς την Κερύνεια, όπου Ba µας πήγαιναν, τα λεωφορεία σταμάτησαν λίγο πριν το Μπογάζι και οἱ Τουρ- κοκύπριοι «αστυνομικοί» µάς είπαν ότι απὀ εκεί και πέρα θα µας αναλάμβανε ο τουρκικός στρατός, και να «σάσουµε την ράχη µας», όπως είπαν yiati αυτοί δέρνουν πολύ. Και επειδή, λέει, ότι κρατείτε πάνω σας θα σας το πάρουν, Καλύτερα να µας τα δώσετε εµάς. (Λεφτά, ρολόγια, σταυρούς, βέρες). Μερικοί τοὺς είπαν να βάλουν από µόνοι τους τα Χόρια στις τσέπες τους (τα χέρια µας ήταν δεμένα) και να πάρουν ότι είχαν. Αμέσως µετά μπήκαν ορµητικά οι Τούρκοι στρατιώτες µέσα στα λεωφορεία κι άρχισαν να µας κτωπούν. Ἠταν τα πρώτα κτυπήματα που δεκτήκαµε απὀ την ημέρα της σύλληψης μας. Το απόγευμα λίγο πριν τη δύση του ήλιου φθάσαμε στο γνωστό σε όλους µας, Γυμνάσιο της Κερύνειας. Ἠταν εκεί βουβό κι αμἰλητο και γύρω του ερημιά. Την ευθύνη της επι- χείρησης αυτής φαίνεται ότι είχαν οι λοκατζήδες τους. Μας συγκέντρωσαν στην αυλή του Γυμνασίου. Χωρίς να το θέλω πέρασαν αστραπιαία απὀ τη σκέψη µου τα έξι χρόνια της φοίτησης µου στο χώρο αυτό, και τα παιγνίδια που κάναµε σε τούτη την αυλή την ώρα των διαλειμµάτων. Εκείνη τη στιγµή όμως ήταν χώρος, που στη σκέψη µου έμοιαζε πως ήταν η αρχή ενός ὁράµατος µε άγνωστο τέλος για το καθένα χωριστά, αλλά και για όλους µαζί. Eva άσχημο και πρωτόγνωρο συναίσθημα, µε κυρίεψε. Δεν ήταν ο φόβος του θανάτου. Ἠταν κάτι που δεν μπορώ να το εξηγήσω. Μας έδωσαν ξηράν τροφή (ψωμί - ελιές - σαλάμι) για να αντέξουµε δύο ηµέρες. Μετά µάς χώρισαν, και µπήκαμε στις τάξεις του πρὠτου ορόφου του Γυμνασίου, µε φρουρά έξω από τις τάξεις. Μείναµε εκεἰ όλη τη νύκτα. Νωρίς το πρωἰ µάς μετέφεραν µε λεωφορεία στο γνωστό µας πάλιν «νησί» (Νήσος τών Εχιδνών) ὅπου περίµενε εκεί ένα αποβατικό σκάφος του Τουρκικού Ναυτικού, για να µας μεταφέρει στη Μερσίνα. Σωρµένοι όλοι κάτω σαν ζώα, στριµωγμένοι σ᾿ ένα χώρο περιφραγμένο µε συρματόπλεγμα και έξω and το συρµατόπλεγµα, ένοπλοι στρατιώτες, µε εφ᾽ ὀπλου λόγχη. Το πλοίο ξεκίνησε, µε πολύ αργό ρυθμό, γιατί φαίνεται δεν ήθελαν να φθάσουμε στην Μερσίνα µε το φως της ημέρας, για λόγους ασφαλείας. Μέσα στο αμπάρι του πλοίου ἦταν πάρα πολλή η ζέστη και υποφέραµε πολύ απὀ τη δίψα. Ὅποιος ζητούσε νερὀ, έπρεπε να πάει κοντά στο συρματόπλεγμα και να ζητήσει απὀ τους Τούρκους στρατιώτες, που οίχαν κοντά τους µια στάµνα και ἑνα τενεκεδένιο δοχείο. Ἐδιναν το δοχείο µε το γερό καὶ τη στιγµή ποι το πλησιάζαµε στο στόμα µας για να πιούμε, κτυπούσαν δυνατά το δοχείο και µας πλήγωναν τα χείλη και τα δόντια. Γι’ αυτό φοβόμασταν να ζητούµε νερὀ, παρά τη δίψα µας. Γύρῳ στα μεσάνωκτα το πλοίο σταμάτησε δίπλα απὀ τον ναύσταθμο της Μερσίνας. Αποβατικό όπως ήταν, σχεδόν ακούμπησε στην παραλία. Φαίνονταν δέντρα εκεί και το τοπίο ἐμοιαζε 5 μικρό άλσος. Ἠταν πολύ κοντά σ' ἑνα αυτοκινητόδρομο. Μέσα στο άλσος φάνηκαν να µας περιμένουν στρατιωτικἀ φορτηγά αυτοκίνητα και αρκετοι στρατιώτες ἄρχισον να µας φωνάζουν ἆγρια και να µας σπρώχνουν προς ἵα έξω, που ἦταν παρατεταγμένοι ένθεν και ἐνθεν στρατιώτες, που µας ἁρπαζαν µε δύναμη και µας ἔριχναν µέσα στο Φορτηγά. σαν τα σακιά. Μόλις γέμισε το αμτοιίνητο, που βούθηκα µέσα. έκλεισαν τον μουσαμᾶ. Το σκοτάδι κεί μεσα ήταν τόσο, που δεν μπορούσαμε να δουµε 0 ένας τον άλλο. Ἄρχισε η διαδρομή προς τις φυλακές των Αδάνων, που πρέπ5 να διάρκεσε δύο έως διιόµιση ὠρες, Όταν µπήκαν τα αυτοκίνητα στην πόλη, γύρω στις 3 η ώρα το πρωί ἄρχισαν να κορνάρουν ρυθμικά. Όπως αντι ληφθηκαμο εκ των υστέρων, ἦταν για να µας υποδεκτούν κατάλληλα Μέχρι εκείνη την ώρα είµαστε όλοι αμµίλητοι και ο καθένας ήταν βυθισμένος οτις σκέψεις του. Μόνο ένας σε µια στιγµή ῥώτησε πού µας πηγαίνουν άραγε: Σε κανένα στρατόπεδο συγκεντρώσεως - σκέφτηκα εγώ, αλλά δεν απάντησα. Γύρω απὀ τα σταματηµένα αυτοκίνητα, ακούετο βοή OXAOU. και φωνές. Οι μουσαμάδες των αυτοκινήτων ήταν ακὐμη Κλειστοί και δεν βλάπαμε καθόλου,. Περιμένοντας να ανοίξουν, αντιλήφθηκα να µας τρυπούν αιχμηρά αντικείµενα, που περνούσαν απὀ έξω απὀ τους μοισαμάδες. Άρχισαν οι φωνές των αιχμαλώτων που πονούσαν απὀ τς πληγές. Μερικοί ἔκλεγαν και φώναζαν περισσότερο από ORO, Napa and τον πόνο των πληγών. Συγκεντρωθήκαµε enn ενός αιχμµαλώτου αμέσως στο κέντρο της κάσιας του αυτοκινήτου για να µῃ µας φθάνουν οι λόγχες και τα άλλα αντικείµενα, που µας τρυπούσαν, Γίναμµε όλοι ένας µικρὸς σωρός, για να προφυ- λακτούμε. Σε είκοσι περίπου λεπτά, άνοιξε ο μουσαμάς του αυτοκινήτου και είδαμε τι γινόταν εκεί. Πολίτες, στρατιώτες ακόµη και γυναίκες ὅλοι ανάμικτοι. Κρατούσαν στα χέρια τους ὁτι φανταστείτε, ξύλα, σιδερολοστούς, όπλα µε τις ξιφολόγχες οἱ στρατιώτες, αγκαθωτά τέλια και κτυπούσαν ανειλεώς τους αιχμαλώτους, που κατέβαιναν and Ta αυτοκίνητα, Στη θέα αυτού του δράµατος, δεν θέλαμε να κατεβούμε απὀ τα αυτοκίνητα. Αλλά τι μπορούσαμε να κάνουμε Τελικά οι στρατιώτες µάς τράβηξαν έξω και µας έρίξαν σαν βορά στο αγριεµένο πλήθος που διμούσε για αίμα. Άρχισαν να µας κτυπούν από ὀλὲς τις πλευρές κι εµείς προσπαθούσαµε µάταία, να προφυλακτούμε, για να αποφύγουμε τις ξυλιές. Αυτό το κακὀ αυνεχίστηκε µια περίπου ώρα. Από αυτά που συνέβαιναν εκεί, δεν µπορέσαμε να κοιτάξουμε γύρω µας, για να δούµε τουλάχιστον πού βρισκόμασταν. Σε µια στιγµή βρεθήκαµε χωρίς να το αντι- ληφθούμε, µπροστά σε µια πόλη-είσοδο, που έμοιαζε µε πύλη σταδίου περισσότερο. Εκεί υπήρχε πολώς αυνοστισµός περισσότερο στρατιωτών και αιχμαλώτων. Διακρίνονταν και αξιωματικοί. Μάς ἐσπρωχναν προς την πύλη και µας κτυπούσαν. Πλησιάζοντας, τα πράγματα ξεκαθάριχαν και κάπου έμπαιναν σε κάποια τάξη. Οι αἰχμάλωτοι προ- χωρούσαν πλέον ἐένας-ένας µέσα απὀ ένα κανάλι µε κάγκελλα και έξω απὀ τα κάγκελα ο όχλος που συνέχιζε τη δουλειά του. Δίπλα απὀ την πύλη υπήρχε ἑνα μικρό τραπεζάκι ὅπου εγίνετο η καταγραφή των αιχμαλώτων. Δίπλα ένας µεγαλόσωμος Τούρκος στρατιώτης διέτασσε τον κάθε ένα αιχμάλωτο να σταθεί προσοχή. Αμέσως µετά τον κτυπούσε µε µια γερή γροθιά στο πρόσωπο. Αυτό δεν μπορούσε να το αποφύγει κανένας αἰχμάλωτος, Ἅρπαξα και εγώ µε τη σειρά µου µια γερή Υροθιά και βρέθηκα πεσµένος στο έδαφος. Με ανασήκωσαν δύο Τούρκοι στρατιώτες και µε ακούµπησαν στον τοἰχο για να µε ερευνήσουν. Κρατώντας µε πισθάγκωνα µε οδήγησαν µέσα στο εσωτερικό των φυλακών, όπως ἐκαναν σε όλους. Ἠταν οἱ περιβόητες φυλακές των Αδάνων. Μέσιαωνικού στυλ, µε υπόγεια μπουντρούµια και θαλάμους απὀ πάνω. Κατά µήκος των διαδρόμων που οδηγούσαν στους θαλάμους βρίσκονταν παρατεταγµένοι, καὶ στις δύο πλευρές, µεγαλόσωμοι βαριάνοι ντυµένοι στα ολόμαυρα και Χτυπούσαν τους αἰχμαλώτους, ενώ τους κουβαλούσαν δύο στρατιώτες κρατώντας τους πισθάγκωνα. Βρέθηκα χωρίς να καταλάβω πώς, µέσα σ’ ένα θάλαμο πεσµένος, από το σπρώξιµο, στο έδαφος. Ένας στρατιώτης πρόσεξε ὁτι φορούσα ακόµη το σταυρό στο λαιμό µου, στράφηκε και τον άρπαξε µε µανία, τον έφτυσε και µετά τον έβαλε στην τσέπη του. Αφού συμπληρώθηκε ένας αριθµός 30-45 ατόμων έκλεισαν την σιδερόπορτα του θαλάμου, Μόλις µείναµε μόνοι µας αρχίσαμε να κοιταζόµαστε μεταξύ µας και να δξετάζουµετις πληγές µας απὀ τα κτυπήματα. Πολλοί άρχισαν να διαµαρ- τάρονται για τη µεταχείρηση που τυγχάναµε φαίνεται ξεχνούσαν ὁτι βρισκόµασταν στα χέρια τῶν Τούρκων, στην καρδιά της Τουρκίας, µέσα στις φυλακές της Ανατολής. Σε λίγο άνοιξε η σιδερόπορτα και μπήκε ένας τούρκος αξιωματικός και αφού τοιχοκὀλλησε τους κανονισμούς των φυλακών (γραμµένους στα αγγλικά) µάς είπε να ξαπλώσουµε και να είµαστε ήσυχοι. Σε δυο περίπου ώρες, και αφού ξηµέρωσε για καλά, ἦλθε πάλι ένας αξιωματικός και είπε OT όσοι είναι τραυματισµένοι να ετοιμαστούν και θα τους πάνε στο γιατρό. Κάτι μού έλεγε ότι ὅεν θα ήθελα να κάνω κάτι τέτοιο, εφ’ όσον δεν εἶχα πληγές που φαίνονταν. Χρειάζονταν κατὰ τη γνώµη ραφές. Ετοιµάστηκαν αρκετοί καιτους πήγαν στο γιατρό. Όταν επέστρεψαν, µετά απὀ ένα- δυο ώρες, µας είπαν ότι µετάνοιώσαν που πήγαν γιατί οι γιατροί ἦταν πολύ εχθρικοί. Τούς έµπηγαν τις βελόνες, Υια να τους ράψουν τις πληγές τους, µε πολλή βιαιότητα, σκόπιμα για να τους πονάνε. και τους κτυπούσαν άγρια. Το απόγευμα μάς συγκέντρωσαν σε µια µεγάλη αυλή των Φυλακών {όλους τους αἰχμαλώτους) και µας μίλησε ο διοικητής των φυλακών. Μας εξήγησε και τους λόγους του Ευλοδαρμού μας καὶ µάς είπε ότι αυτό έγινε γιατί εμείς οι Ἑλληνες στην Κύπρο σκοτώνουµε γυναίκες και παιδιά και ότι είµαστε δειλοί. Αλλά, µας υποσχέθηκε ὁτι δεν θα µας ξάνα- κτυπήσουν στο στομάχι! Στις επόµενες 2-3 μέρες, πήγαν τα στοιχεία µας µε µεγαλύτερη λεπτομέρεια, µας έκοψαν τα μαλλιά, µας έβγαλαν φωτογραφία, µε τον αριθμό αιχμαλώτου στο στήθος, και µας πήραν τα δακτυλικά µας αποτυπώματα. Μας τόνισαν επανειλημμένα ότι αν ξανασυλληφθούμµε στο μέλλον θα µας εκτελέσουν αµέσως. Μετά τη διαδικασία αυτή άρχισαν οι ανακρίσεις. Μας χώρισαν ανά οµάδες (20 ατόμων), µας ἐβαζαν µέσα σε ειδικά αυτοκίνητα (κλούβες) μεταφοράς κρατουμένων καὶ µας μετέφεραν στη διοίκηση της στρατιωτικής αστυνομίας, όπου ήταν τα ανακριτήρια. Ἠταν και αυτό µια δύσκολη δοκιμασία, και αρκετός ξυλοδαρµός απὀ τους κρεµανταλάδες της στρατιωτικής τοις αστυνομίας. Στην οπµάδα που πήγα εγώ έτυχε να βρισκόταν και ο µακαρίτης Δημήτρης Στρατής, ο οποίος ὑπέστηκε τόσα πολλά κατά τη διάρκεια µιας πολὺ σκληρῆς και βάναυσης ανάκρισης, και βασανιστηρίων, όσο κανένας άλλος απὀ εμάς. Λειτουργούσαν ταυτόχρονα 2-3. ava- κριτήρια. Στη δική µου περίπτωση την ανάκριση διεύθυνε ένας αξιωματικός που υπόβαλλε τις ερωτήσεις, µέσῳ ενός Τουρκοκύπριου διερμηνέα. Νομίζω ήταν ο γνωστός Τουρ- κοκύπριος δικηγόρος Αλή Ντάνα, καὶ ένας στρατιώτης που δακτυλογραφούσε τα πρακτικά της ανάκρισης. Όι ερωτήσεις ήταν σχεδόν πανοµοιότωπες σε όλους, εκτός αν αντιλαμ- βάνονταν σε κάποια περίπτωση ὁτι τους έλεγαν ψέματα και τότε τα πράγματα δυσκόλευαν πολύ. Γνώριζαν αρκετά πράγµατα για την Εθνική Φρουρά, την στελέχωση της ακόµα και τα ονόματα πολλών Ελλήνων αξιωματικών. Στην απάντηση για τον τόπο που υπηρετούσε και που ήταν το στρατόπεδο, ρωτούσαν και το όνοµα του διοικητή ἡ υπο- διοικητή, για να εξακριβώσουν αν έλεγε την αλήθεια. Επειδἠ σε προηγούµενη σχετική απάντηση µου τούς είπα ὅτι είμαι τεχνικός στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών, επέμεναν να τους πω αν γνωρίζω για ΤΕΙΕΧ και αν μπορώ να τα επιδιορθώνω. Enéyeva ότι δεν γνωρίζω και ἦταν η αλήθεια. Τέλειωσε η ανάκριση µου, χωρίς να πέσει ούτε χαστούκι. Δεν γλύτωσα όµως το ξύλο’ µόλις βγήκα έξω απὀ τα ανα- κριτήριο µε παρέλαβαν οι στρατιώτες για να µε οδηγήσουν σ' ένα κελλἰ, μέχρι να τελειώσει η ανάκριση όλης της ομάδας. Λίγο µετά το μεσημέρι συγκέντρωσαν όλη την ομάδα, στον προθάλαμο του αρχηγείου της στρατιωτικής αστυνομίας. Η ανάκριση εἶχε τελειώσει. Σε µια στιγµή ἠλθε ένας λοχαγός, Kati cine o’ Eva ἀλλο Τούρκο αξιωματικό δείχνοντας τον µ. Δημήτρη Στρατή, που στεκόταν µαξί µας, ημίγυμνος και κρατούσε στο χέρι το υποκάμισό του. Φαινόταν τροµο- κρατηµένος. Τα κτυπήματα στο γυμνό κορµἰ του ήταν εμφανή. Ο Τούρκος λοχαγός πλησίασε τον Δημήτρη Στρατή, κάτι είπε και έσβησε το τσιγάρο που κρατούσε στο στήθος του. Η ομάδα έφιγε για τις φιλακές των Αδάνων χωρίς τον Δημήτρη. Ἠταν µεσάνυκτα, τρεις µέρες µετά την ανάκριση. Ανοίγει ῃ σιδερόπορτα του θαλάμου και μπαίνει ένας μόνιμος λοχίας μαζί μ’ ένα στρατιώτη. Μαζί τους ο Δημήτρης Στρατής, που ήταν ακόµη ημίγυμνος. Στο χέρι του αυτή τη φορά κρατούσε µια Υκρίζα κουβέρτα που η ἄκρη της σερνόταν στο έδαφος. Όλοι κοιτάζαµε ἐκπληκτοι και ξαφνιασμένοι. Ο Τουρκος Αοχίας ρώτησε στη γλώσσα του αν γνωρίζει κανείς απὀ µας τουρκικά. Πετάχτηκε ο γνωστός µας Ανδρέας Σεκκίδης ¢ Αλήτης) και είπε πως κάτι ξέρει... καὶ του ζήτησε ν απει στο Δημήτρη να µη φοβάται και δεν θα τον ξανακτυπήσουν και να πέσει να κοιμηθεί. Ἡ πόρτα έκλεισε και αµέσως σηκωθήκαµε ὁλοι και µαζευτήκαµε γύρω απὀ τον Δημήτρη για να τον βοηθήσουμε και για να μάθουμε τι έγινε. Mac είπε ὅτι τὸν κτυπούσαν στο σώμα απὀ τη µέση καὶ κάτω και τοῦ ζητούσαν πληροφορίες ακόµα και για την ΕΟΚΑΒ’. Τον είχαν λέει κλειομένο µέσα σ' ένα πολύ λερωμένο αποχωρητήριο. Εκινείτο µε πολύ µεγάλη δυσκολία, Και µας είπε ότι πονεί το σώμα του απὀ τη λεκάνη µέχρι κάτω. Προσέξαµε τα πόδια του κάτω στα δάκτυλα (ἦταν ξυπόλητος) καὶ προσέξαµε ότι εἰχαν µελανιαστεί σε µεγάλο βαθµό. Του βγάλαμε To παντελόνι για να δούμε μέχρι πού φθάνει το μελάνιασμα. Το θέαµα ήταν ανατριχιαστικό, Από τη µέση του κορμιού του µέχρι τα νύχια των ποδιών του ήταν ολόμαυρος από το ξυλοδαρμό που υπέστηκε. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Μείναµε όλοι άφωνοι και κοιτάξαµε ο ένας τον άλλο, χωρίς να πούμε το παραμικρό. Του φορέσαµε το παντελόνι και τον αφήσαμε να ησυχάσει. Μετά απὀ µερικές µέρες, πριν χαράξει το φως της μέρας µάς συγκέντρωσαν όλους στη µεγάλη αυλή των φυλακών. Από τις κινήσεις που εγίνονταν καταλάβαµε ότι κάτι συνέβαινε. Άρχισαν μερικοί να υπολογίζουν και να σιγοψιθυρίζουν. Σε λίγο άρχισαν να µας δίνουν από ένα σακούλι νάυλον, που εἰχε µόσα ένα κομμάτι ψωμί, µια ντομάτα και ένα κομματάκι σαλάµι. Ἠταν φανερό ὁτι µας ετοίµαζαν Υία μεγάλο ταξίδι. Μας έβαλαν στα λεωφορεία και ξεκινήσαμε. Μαζί µας ήταν και τέσσερις ένοπλοι Τούρκοι στρατιώτες, που πηγαινο- έρχονταν µε Τη σειρά στο διάδροµο του λεωφορείου, κτυπώντας κάπου - κάπου τους αἰχμαλώτους. Νύκτωσε ὁὀταν φτάσαμε κάπου και προσπαθούσαµε να εντοπίσουµε πού βρισκόµασταν. Μας κατέβασαν στα γρήγορα και µας ἐσπρωξαν βιαστικά προς το Εσωτερικό του κτιρίου που βρίσκετο μπροστὰ µας, ταν κάποιες άλλες φυλακές. Πιο σύγχρονες απὀ αυτές των Αδάνων, Μας χώρισαν κατά οµάδες και µας έβαλαν σε θαλάμους. Την επόμενη µέρα το πρωί µας έβγαλαν στην αυλή. Στις φυλακές αυτὲς υπήρχε µια αυλή για κάθε δύο θαλάμους, που βρίσκονταν στον πρώτο όροφο. Κάτω απὀ τους θαλάμους βρίσκετο µια αἴθουσα, υτιό τύπο τραπεζαρίας. Λίγο αργότερα παρουσιάστηκε μπροστά µας ένας αξιωματικός µε μερικούς στρατιώτες, ἐλεγξαν τον αριθμό Των αιχμαλώτων καὶ τα ονόματα µας και µας ἔδωσαν κάποιες οδηγίες. Το φαγητό θα το φἐρνουν, λέει, 2 αιχμάλωτοι, για κάθε θάλαμο, από τα µαγειρεία των φυλακών, και µε τη συνοδεία ενόπλων στρατιωτών. Στο θάλαμο το δικό µας βρίσκονταν και τρεις Ελλαδίτες. Ο Σπύρος - Λοχαγός - υποδιοικητής της µοίρας πυροβολικού πο έδρευε στο Τρίκωμο. Ο ανθυπίλαρχος Θανάσης και ο Λοχίας της ΕΛΔΥΚ Βαγγέλης. Οι Τούρκοι γνώριζαν γ αυτούς, ὀρισαν τον Λοχαγό Θαλαμάρχη. Μέχρι το μεσημέρι φαίνονταν όλα ότι ήταν ήρεμα. Φώναξαν του λοχαγού να ορίσει 4 άτομα για να φέρουν το φαγητό, µε τη συνοδεία των στρατιωτών. Όταν επέστρεψαν, µετά απὀ είκοσι λεπτά, φαίνονταν συγχυσμένοι καὶ τροµαγμένοι αλλά δεν είπαν τίποτε. Το βράδυο δεν δέκτηκαν να πάνε οι ἰδιοί για να φέρουν το φαγητό, χωρίς να πουν τον λόγο, στον Λοχαγό µας. Πήγαν κάποιοι ἀλλοι. Όταν επέστρεψαν κι αυτοί, διαδόθηκε αµέσως ὁτι κατά την διαδροµή, προς τα µαγειρεία, έπεφτε άγριος ξυλοδαρµός απὀ τους στρατιώτες και µέσα στα µαγειρεία απὀ τους µαγείρους, Η ατμόσφαιρα έγινε βαρειά και όλοι µας, μείναμε σκεφτικοί καὶ σκύθρωποί. Τα βράδυ µας έκλεισαν στο θάλαμο και μείναμε μόνοι µας, ο λοχαγός µάς μάζεψε κοντά του και µάς ανάφερε το περιστατικό και εισηγήθηκε να πηγαίνουμε µε τη σειρά στο φαγητό για να μοιραζόμαστε όλοι το ξύλο. Θα αρχίζαµε απὀ την επομένη, µε τη χειρά που είχαν τα κρεβάτια µας, ' Μετρούσαν όλες τις µέρες και τα κρεβάτια, για να μάθουν πότε θα ερχόταν η σειράτους, να να πάρουν το µερίδιοτους από ξύλο. Η δική µου η σειρά ἡλθε µετά απὀ τρεις µέρες. Θα πήγαινα μαζί µε άλλους τρεις, Ὑα το μεσημεριανό. Πρετοιµάστηκα Ψυχολογικά, πήρα τη µία απὀ τις δυο Χύτρες και περίµενα µε τους υπόλοιπους, να ἔλθουν οἱ στρατιώτες να µας Φφωνάξουν. Σε λίγο ακούσαμε τις φωνές τους που µας καλούσαν. Βγήκαμε τις σκάλες, τους ανταµώσαμε και ξεκινήσαμε. Ἠταν και αυτοί τέσσερεις. Μόλις πήραμε τον διάδρομο, άρχισα να διερωτούμαι πότε θα άρχιζαν το ξύλο, Μετά σκέφτηκα ότι µπορεί αυτοί να είναι καλοί και να µη θόλουν να µας κτωπούν. Φαίνεται ότι έτσι ἠθελα να ελπίζω εκείνη την ώρα. Δεν πρόλαβα όμως να τελειώσω τη σκέψη µου κι έπεσε η πρὠτη, µε τον υποκόπανο του όπλου. Τα όπλα που κρατούσαν οι στρατιώτες µέσα στις φυλακές ἦταν τύπου ΜΊ ημιαυτόµατα αμερικάνικης κατασκευής. Μετά άρχισαν και να µας κλωτσούν ταυτόχρονα καθώς μάς κτυπούσαν µε τα όπλα. Ο διάδροµος ήταν μακρύς και µετά κατεβήκαµε κάποιες σκάλες, άλλος διάδροµος, µήκοιις 40 περίπου µέτρων, και οι στρατιώτες συνέχιζαν να µας κτυπούν, Κι εμείς αμίλητοι να προσπαθούμε να προφυλακτούμε. Φθάσαμµε στα µαγειρεία. Μας ὑποδέκτηκε ένας απὀ τους µαγείρους και άρχισε να µας κτυπά µε µια µεγάλη κουτάλα. Μετά σταμάτησαν όλοι και μάς κοιτούσαν. Ἠρθε κοντά µου ένας στρατιώτης και µου έκανε νόημα να κλείσω τα μάτια και να ανοίξω το στόµα µου. Αμέσως μού έχώσε µια χούφτα αλάτι χοντρὀ που είχε κρυμμένο στο χέρι του, και µε φοβέριζε µε το όπλο του, για να μην το φτύσῳ. Δεν ντεξα για πολύ. Το έφτυσα αλλά έφαγα µία γροθιά στο στομάχι. Μετά µάς έβαλαν και τους τέσσερεις να γονατίσουµε χάµω. Μας καβαλήκεψαν σαν να είµαστε γαϊδούρια, και µας κτυπούσαν στα πισινά, και οἱ άλλοι µάς έκαναν νοήματα, Υια να περπατάµε µε τα τέσσερα µας γύρω απὀ το καζάνι που Ψηνόταν το φαγητὀ. Μας πονούσαν τα γόνατα απὀ το τρίψιμο στο ανώμαλο έδαφος. Εγώ δεν ἄντεχα ὀλλο, σταμάτησα κι έπεσα στο έδαφος φαρδύς πλατύς. Με σήκωσαν δύο στρατιώτες. Σταµάτησαν και οἱ άλλοι. Μας έγνεψαν ὁτι εντάξει, τελειώσαµε. Μας γέμισαν τις δυο χύτρες, Πήραμε οι δυο µας την µία καὶ την άλλη χύτρα οι άλλοι δύο και ξεκινήσαμε. Η Χύτρα ήταν βαρειά και το ζουμί που εἰἶχε µέσα (μελιντζάνες βραστές - µέλανας ζωμός) ήταν ζεματιστό. Το ξύλο όµως ξύλο - οἱ στρατιώτες τη δουλειὰ τους, Και δεν έφτανε αυτό. Προσέχαµε την ώρα που τρώγαμε τις ξυλειές για να µην ταρακουνηθεί η χύτρα και χυθεί πάνω µας ο ζεματιστός ζωμὸς. Σ' εκείνη τη διαδρομή συναντήσαμε µια άλλη ομάδα, απὀ τέσσερις αἰχμαλώτους, που κατευθυνόταν στην αντίθετη πορεία. Ο ένας απὀ αυτούς ήταν ο Δημήτρης Στρατής, που έσερνε τα πόδια του κι εδέχετο και αυτός τα κτυπήματα των στρατιωτών. Δια- σταυρώθηκαν τα βλέμματά µας και συνεχίσαµε την πορεία μας. Ἠταν η τελευταία φορά που εἶδαν ζωντανό τον Δημήτρη. Πέθανε την επομένη της επιστροφής µας στην Κύπρο. re