Back

Ένα χωριό «πέθανε όρθιο»

me 4ELR UP BCRASE EB EE ES υια BR UW BALES µια τάξη του Λανιτείου Δημοτικού Σχολείου, ὁπου εἶχα τοποθετηθεί µετά τη βίαιη εκδίωξη µας απὀ τα σπίτια µας µετά τα τραγικά γεγονότα του Ιουλίου και του Αυγούστου, αντίκρυσα στο βάθος µιας αἴθουσας µια εικόνα που έμοιαζε καταπληκτικά µε το Αββαείο του χωριού µου, το Πέλλα-παῖς, ἐτσι ακριβώς όπως το βλέπει κανένας από τη βορειρανατολικἠ του πλευρά, απὀ την πισινή του όψη ας πούμε. Σκοτείνιασε µε µιας το μυαλό, θόλωσαν τα μάτια και η καρδιά χτυπούσε τόσο δυνατά που νόµισα πως ᾖθελε σώνει και καλά να φύγει από τα στήθη µου και να πετάξει µακριά, πολύ µακριά, πάνω απὀ τις δαντελλωτές καµάρες, που κατά τον Παλαμά «μόνο οι χορδὲς τους λείπουνε γία να γίνουν κιθάρες», πάνω απὀ τα ήµερα κυπαρίσσια, που υψώνονται υπερήφανα στην κεντρική αυλή του Αββαείου, να σεριανίσει στις βαθύσκιωτες στοές του, εκεί που οἱ θρησκευτικές τελετές των αγνών χωρικών έκαναν να ζωντανεύει η Βυζαντινή μεγαλοπρέπεια σε όλα της το μεγαλείο, και τέλος να καθήσει στη µεγάλη βόρεια πόρτα v’ αντικρύσει τον ἦµερο κάμπο στο βορρά µε τις ελιές και τις λεμονιές και τις αμυγδαλιές και να ηρεμήσει, όπως ακριβώς έκανε τους παλιούς καλούς καιρούς, όταν οι φουρτούνες τῆς ζωής κτυπούσαν δυνατά το ταλαιπωρηµένο τούτο κορμί. Έκανα δυο βήµατα πίσω, αποφασισμένος να φύγω και να βγω από το παράξενο αυτό και απροσδόκητο ταξίδι της καρδιάς και του νου, που όσο γλυκά και νάταν µου φούντωνε τον πόνο και τη νοσταλγία. Ένιωσα όµως ἑνα σόρατο χέρι να µε τραβά προς τήν εικόνα. Πλησίασα και διάβασα στο κάτω µέρος µε μικρά γράµµατα: «Η νεκρή Πολιτεία του Μυστρά», Ανάπνευσα µε κάποια. ικανοποίηση, όχι γιατί η εικόνα δεν παρίστανε το Αββαείο του χωριού µου, αλλά γιατί η Πολιτεία του Πέλλα-παῖς δεν ήταν ακόµη νεκρή. Πέρασε κι απὀ το χωριό της ειρήνης η λαίλαπα της καταστροφής, του πήρε και µερικά παλληκάρια, αλλά οι κάτοικοι του στη µεγάλη τους πλειοψηφία - εκτός από μερικούς δειλούς σαν κι εµάς - προτίµησαν να παραμείνουν στα σπίτια τους µέχρι να περάσει η μπόρα και να ξαστερίσει ο ουρανός. Μαζί µε τους 900 περίπου κατοίκους του Πέλλα-παίς έμειναν και χίλιοι περίπου κάτοικοι τών γειτονικών χωριών που κατά τις τραγικές εκείνες ηµέρες των βομβαρδισμών βρήκαν φιλόξενη στέγη στα σπίτια και τα υποστατικἀ των κατοίκων του χωριού. Έμειναν οἱ Πελλα-παϊσιώτισσες στο χωριό όχι τόσο απὀ πατριωτισμό - εκείνοι που έφυγαν από τα χωριά δεν ἦταν λιγότερο πατριώτες - ούτε και απὀ αµετάκλητη απόφαση τους να μείνουν για να κρατήσουν το χωριό καινα περισώσουν τις περιουσίες τους. Εκείνες τις στιγμές δεν υπήρχε καιρός για τέτοιες σκέψεις και οὖτε μπορούσε να διανοηθεί κανένας πως και εκείνοι που έφευγαν ὅεν θα γύριζαν σύντομα πίσω. Τέτοιο ανορθόδοξο πόλεμο, τέτοια παράξενη «ειρηνευτική Επιχείρηση», ήταν αδιανόητο να φανταδθούν και οἱ πιο καλοί μελετητές και γνώστες της τουρκικής Ιστορίας. Λο το Σεπτέμβρη του 1974 oe ΜΕΡΕΣ ΕΓΚΛΟΒΙΣΜΟΥ Ἔνα χωριό «πέθανε op8io» Έμειναν κατά την άποψη µας γιατί, συνηθισμένοι ὁπώς ἦταν στις «επιδρομές» των τουριστών, πίστειιαν πως µε την αγάπη, τη φιλία και την ανοιχτοκαρδοσύνη τους θα μπορούσαν να µαλακώσουν, να Φφιλέψουν και να πηρεµήσουν και τούτους τους επιδρομείς για να μπορέσουν αν µη τι ἀλλο να συμβιώσουν µαζί τους ώσπου να ανατείλουν καλύτερες μέρες. Γελάστηκαν όµως, όσο και αν το δοκίµασαν, γιατί τούτοι οι άνθρωποι - δεν είναι καθόλου σαν τους άλλους. Δεν ἠρθαν αυτοί σαν τους άλλους επισκόπτες να δουν, να θαυμάσουν, να χαρούν και να φύγουν. Αυτοί ἠρθαν να χαλάσουν, να καταστρέψουν και να μείνουν. Έτσι τουλάχιστον νομίζουν. Έτσι ο τρίτος χρόνος µετά την εισβολή βρίσκει και τους κατοίκους του Πέλλα-παϊς στην προσφυγιά. Κάτω ano thy Micon και την απειλή του κατακτητή µια - µια οἱ οικογένειες που έμειναν στο χωριό φόρτωναν το νοικοκυριό τους - όσο απόµεινε απὀ τις λεηλασίες και όσο «επιτρεπόταν» να φορτώσουν - σε φορτηγά αυτοκίνητα, άφηναν τα αρχοντικά τους για να καταλήξουν στο τσαντήρι της προσφυγιάς. Οι περισσότεροι ξεριζώθηκαν τις Άγιες µέρες της Αγίας Εβδομάδας. Μάταια παρακαλούσαν µε δάκρυα τον κατακτητή να τους αφήσει να κάνουν τουλάχιστον το Πάσχα στο χωριό. Ωμός, ψυχρός και ανένδοτος ο εισβολέας. Χρειάζονταν επειγόντως τα σπίτια που «κέρδισαν µε το αἷμα τους». Ga έπαιρναν δικούς τους απὀ το Μαρί να καθήσουν - όπως και έγινε. Όταν σταμάτησαν οι μάχες και οἱ βομβαρδισμοί και της δεύτερης εισβολής στις 1Τ.8.74 και η κατάληψη της Βόρειας Κύπρου απὀ τον εισβολέα επιτυγχάνετο, οἱ νόμιµοι κάτοικοι των διαφόρων κοινοτήτων της επαρχίας Κερύνειας δεν πρόλαβαν να φύγουν όλοι - όπως ήταν το σχέδιο του εισβολέα, Μερικοί απὀ τους κατοίκους κάθε κοινότητας, ιδιαίτερα ηλικιωμένοι και ανάπηροι έμειναν εγκλωβισμένοι στα σπίτια και στα χωριά τους. Μερικά απὀ τα χωριά όπου έμειναν εγκλωβισμένοι ήταν η Μύρτου, το Διόριος, τα Λιβερά, η Λάπηθος, η Κερύνεια, ο Ἁγ. Επίκτητος, το Πέλλα-παΐς και άλλα. Οι περισσότεροι ἐµειναν στο Πέλλα-παίς και στην Κερύνεια - την πόλη - όπου ο εισβολέας τους συγκέντρωσε στο ξενοδοχείο Ντομ Χοτέλ περισσότερο γνωστό σαν ξενοδοχείο Καστελλή. το πρόγραµµα όµως του εισβολέα έπρεπε να ολοκληρωθεί γι αυτό και σε μερικούς µήνες οι μόνοι εγκλωβισμένοι που έμειναν ήταν εκείνοι του Ντομχοτέλ και του Πέλλα-παῖς. Λίγο αργότερα και µε την πρόφαση ότιθα ελειτουργούσαν το ξενοδοχείο ἐδιώξαν και τους Κερυνιώτες εγκλωβισµένους. Όσους επέµειναν και δεν υπόγραφαν ότι ἠθελαν να φύγουν «οικειαθελώς» τους μετέφεραν στο Πέλλα-παις. To Πέλλα-παῖς, για να θυμηθούμε και λίγο τη μυθολογία, ήταν ο Οδυσσέας που ο Κύκλωπας Πολύφημος ἠθελε να φάει τελευταίο. Κι αμτό Φυσικά και για λόγους σκοπιμότητας και προπαγάνδας, γιατί το χωρίό ήταν το µόνο που εξακολουθούσε να έχει αρκετούς απὀ τους ξένους κατοίκους του - Φρέίζερ, Ντέιβις, Κάθριν - και το µόνο που εξακολουθούσε να δέχεται ἑστω και λίγους επισκέπτες, κυρίως δημοσιογράφους. Γι αυτό και φρόντισαν να το κάνουν πραγματική βιτρίνα προπαγάνδας. Έτσι φρόντισαν να λειτουργεί σαν µια πραγματικά οργανωμένη κοινότητα, Διόρισαν , οι ἰδιοι πρόεδρο - µουχτάρη - ο πρὀεδρος του χωριού Γεώργιος Χ” Μανώλης έφυγε από την πρώτη εισβολή - και ενθάρρυναν τους κατοίκους να συνεχίσουν ομαλά τις εργασίες TOUS. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ὁτι το Πέλλα-παις ἠταν το µόνο χωριό στο οποίο ἐμεινε εγλωβισμένος και ο ἱερέας του αιδ. Παπασάββας Χριστοφόρου και ο διάκονος του Μητροπολίτη Κερύνειας π. Χαράλαμπος Γιάγκου, Έτσι οι εγκλωβισμένοι του Πέλλα- παΐς μπορούσαν άνετα να εκτελούν και τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Μέχρι που έγινε και γάμος κατά τη διάρκεια του εγκλωβισμού. Παντρεύτηκε η Σωτηρούλα Κουρρή τον Ανδρέα Λυτρίδη µε προσκλητήρια... χειρόγραφα, Μόνο που δεν επιτρεπόταν να κτυπήσει η καμπάνα. Μια φορά μόνο επέτρεψαν οι «αρχές» να κτυπήσει η καμπάνα κατά τη διάρκεια της κηδείας του αείμνηστου Κώστα Κκολή. Στο χωριό λειτούργησε επίσης δημοτικό σχολείο µε δασκάλους τον π. Χαράλαμπο Γιάγκου, τη δασκάλα Αντρούλα Χατζηγεωργίου, τον Αντρέα Λυτρίδη, τον Λάμπρο Λάμπρου και τις απὀφοιτες του Γυμνασίου Νίκη Λοΐζου και Ελένη Φράγκου. Λειτούργησε επίσης και «γυμνάσιο» µε τη φιλόλογο Στέλλα Σπύρου. Κατά τη διάρκεια των δυο ετών εγκλωβισμού στο Πέλλα-παίς, σοβαρό ρόλο, τόσο για την εξύψωση του ηθικού όσο και για τη διατήρηση κάποιου επιπέδου υγείας και ευημερίας των εγκλωβισμένων, έπαιξαν οι ξένοι κάτοικοι του χωριού ιδιαίτερα ο Δρ. Φρέϊζερ και ο Ντέίβις οι οποίοι πολύ συχνά - σχεδόν καθημερινά - επισκέπτονταν τις ελεύθερες περιοχές και μετέφεραν στους εγκλωβισμένους φάρμακα και άλλες προμήθειες. Κάθε Παρασκευή αυτοκίνητο του Ερυθρού Σταυρού, µε τη συνοδεία ανδρών των Ηνωμένων Εθνών, φορτωμένο τρόφιµα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης επισκετπόταν το χωριό όπου γινόταν η διανοµή. Την «ήσυχη» ζωή των εγκλωβισμένων του Πέλλα-πάϊς συντάραξε καὶ συγκλόνισε ο θάνατος της παπαδιάς του χωριού µ. Άννας Παπασάββα που συνέβη στις 19.12.74. Η κηδεία τῆς έγινε στις 24.12.74 παραμονή των Χριστουγέννων στην παρουσία όλων ανεξαιρέτως των εγκλωβισμένων οι οποίοι ἐκλαιαν τον πρόωρο χαμό µιας διαλεκτής οικοδέσποινας του χωριού, ἐκλαιαν όµως και την τύχη του τόσο καλού ιερέα τους που τον έβλεπαν να θάβει τη λατρευτή του σύζυγο µε τα ἴδια του τα χέρια. Την επομένη, γιορτή των Χριστουγέννων, δεν έμεινε καρδιἁ που να µη ραγίσει και μάτια που να µη δακρήσουν όταν τον άκουσαν να θρηνεί αντι να ψάλλει το χαρµόσωνο ύμνο «Χριστός' γενναάται δοξάσατε»... Ἠρθε όμως κάποτε το «πλήρωμα του χρόνου» και για τους εγκλωβισμένους του Πέλλα-παίς. Έπρεπε κι αυτοί µε τη σειρά τους να εγκαταλείψουν τα ιερά τοιις χώματα. -Θα φύγετε γιατί µας το ζητήσατε. -Μα ποιος σας το ζήτησε - Εσείς, να και ol ὑπογραφές σας! Μέσα σε λίγες μέρες δεν έμεινε ρουθούνι. Από τους τελευταίους που έφυγαν ο ιερέας του χωριού Παπασάββας Χριστοφόρου. Έφυγε στις 11.6.76. Τελευταίος, ο τέως καφετζής του χωριού Δημήτρης Νικολαΐδης. Μέσα σε λίγες µόρες ένα χωριό πέθανε! Πέθανε όμως όρθιο. Από το θΒιθλίο «Το Πέλλαπαίς» του Χρ, Χριστοδουλίδη ο...