Back

«Οι πικρὲς, μικρὲς αγάπες της δεκαετίας του '60»

4 σηπεριν2) Της Μαρίκας Θωμαδάκη Λέκτορος της Φιλοσοφικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών. ΛΕΣ οι δεκαετίες έχουν κάτι δι- κότους να επιδείξουν και κάθε µια κληροδοτεί στην επόµενη τα : βασικἁ της γνωρίσματα, όπως αυτά διαμορφώθηκαν απότις εµπειρίες των ανθρώπων. που την έζησαν, εκείνων των αν- θρώπων που ζούσαν την ατομική τους βιο- λογική δεκαετία, κάπου γύρω στο τέλος της εφηβείας και στην αρχἡ της ενηλικίωσης. Σαν ναλέμε, λίγοπιο νωρἰς, λίγο πιο αργά, σε σχέση πάντα µε κάτι GAAo. Η δεκαετία του θ0θα μπορούσε ὡς προς. αρκετά ζητήματα, να ονομαστεί οριακή και διαχρονική. Πολλές φορές, ἄλλωστε, µέσα. στην καιρικότητα, το οριακό καιτο διαχρονι- κὀ συμβαδίζουν και ενίοτε ταυτίζονται. Για παράδειγµα, οι Μπιτλς σηματοδοτούν µε- ταρρυθμιστικἁ µιαν εποχή και συνάμα προ- χωρούν πἑρα απὀ αυτήν φτάνοντας µέχριτο. σήμερα: Η υφολογίατων μουσικών ακουσμµά- πων ἔχει ελάχιστα διαφοροποιηθεί απὀ εκείνη του μεγάλου «μπουμ» των Σκαθαρι- ov. Αλλά, δεν είναι µόνο η πραγµατιστικἡ θε- ὠρηση ορισμένων παραδειγµάτων - περι- πτὠσεων που δείχνειτη φυσιογνωµίατης εν. λόγω δεκαετίας. Πάνω απ᾿ όλα εἶναι αυτή η. ρευστἡ ατμόσφαιρα που περιέβαλλε όλα τα πράγματα, όλες τις καταστάσεις, ακόµα και παπρόσωπαπου δημιουργούσαν τα γεγονό- τα. Αυτή η σαγηνευτική ρευστότηταπου στα ξαφνικά ἔπαιρνε στέρεα µορφή για να µετα- βληθεί, σε ελάχιστο χρὀνο, σε έξαρση που ὠθούσε στην εσώτερη ανάγκη αλλαγής των πάντων. Καισ᾽ αυτήτην αλλαγή οκἀθε νέος. άνθρωπος, ο κάθε µαθητής των τελευταίων τάξεων του εξαταξίου Γυμνασίου ἠθελε να εἶναι πρωταγωνιστής και αρχηγός. Ηταν η εποχή που τα «παιδιά των λου- λουδιών» όλου του κόσμου ἑστελναν σ᾿ όλα τα ἄλλα παιδιά, τα δικάτους ιδιότυπα μηνύ- µατα αγάπης και έρωτα. 'Ἠταν η εποχήτης Βάνας και του Αλέξη, της «πικρής, μικρής µου αγάπης» που έκανετις καρδιές ναχτυ- πούν σε µια παράδοξη συµµετοχή σταπαθή- µατα των Npdwyv. Sancta simplicitas! “OAoi περίμεναν γατζωμένοι στο τρανζίστορ ν᾿ ακούσουν επιτέλους αν ο Αλέξης καιη Βά- να θα φιληθούν για να δικαιωθεί η ραδιοφω- νική τους ιστορία. της Κυριακής «Οι πικρὲς, μικρὲς αγάπες της δεκαετίας του ᾿60) ΛΟΙπερίµεναν τη δική τους δικαίω- ση. Τα Προπύλαια του Πανεπιστη- µίου Αθηνών εἶχαν γίνει το λαϊκό, δικαστήριο παραδοµένο αποκλειστικἀ στα Χέρια Των νεαρών μαθητών. Εισαγγελείς, πρόεδροι, ποικιλόχρωμοι δικηγόροι, δηµό- σιοι κατήγοροι καιο μεγάλος πάντα απών, ο κατηγορούμενος. Και µέσα σε όλους αυ- τούς, ολαός, ἑνα τεράστιο κύμαλαού αεικί- νητου, που μαζευόταν σε χρόνο μηδέν στα Προπύλαια απ᾿ όλα τα σηµεία του ορίζοντα, δηλαδή απ᾿ όλα τα Γυμνάσια του Λεκανο- πεδίου. Τα συλλαλητήρια για την Κύπρο. ἐπαιρναν µορφή μεσαιωνικής φιέστας και µια ψάθινη σκούπα γυρισμένη ανάποδα, µε Ψάθινα µάτια, στόμα και μαλλιά παρίστανε. τον Ινονού. Τα συνθήματα εἶχαν ανάλογο. περιεχόµενο: «Ινονού, χανούμισα» και ἄλλα παρόμοια Ἠταν τότε που στα σχολεία καιστα µεγά- λα φροντιστήρια, το κεφἀλαιοτου Μαρξ, τυ- λιγμένο δέκα φορές σε χάρτινες σακούλες. έκανε το γύρο τῶν τάξεων κυκλοφορώντας. απὀ θρανίο σε θρανίο κι απὀ μασχάλη σε μασχάλη: «Ποτέµου δε Θ᾽ αντόλαζα να ξέρεις τον πόνο µου µετη δουλοφροσύνη. Μισώ τους Θεούς. Με δόκρυα µε πλήρωσαν γ/ατην κολοσύνη». Η δική του δίκη και δικαίωση, σαν του. απαγορευµένου της γνώσης καρπού ἐδινε τη χαρακτηριστική ετυμηγορία που έβγαινε αβίαστα απὀ τα χείλη των νεαρών διαδηλω- τών: Eva - éva - τέσσερα, σύνθημα οπωσδή-- ΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ποτε βαρύγδουπο που για άλλους σήμαινε και για άλλους πᾶλι σήμαινε χωρίς να κατα- νοεϊταιτοπεριεχόμενο. Ἕνα - ἑνα -τέσσε- ρα. Ἠταν τότε που το µαθηταριό έπαιζε το πιο αγαπημένο του ἴσως παιχνίδι: Κλέφτες κι αστυνόμοι. Οι μικροί «κλέφτες» σκορπίζον-. ταν φοβισμένοι γύρω απότο κεντρικό κτίριο. του Πανεπιστημίου και οι αστυνόµοι τους ἑκαναν τσακωτούς στη στοά του «Γκλόρια». Ηταν τότε που το «γελαστό παιδί» ἔπεφτε. στην άκρη του δρόμου πληγωμµένο. Ηταν. τότε που ο Σωτήρης Πέτροιλας έπαψε. αναπάντεχα να φωνᾶζει µε θέρµη στους. µαθητές: «Μην τους προκαλείτε, θέλουν να µας διασπάσουν, υπάρχουν προβοκάτορες. ανάμεσά µας, παιδιά µη φοβόσαστε». Και μετά σιωπή. Κι ὕστερα τα παιδιά πήραν το. δρόµοτου γυρισμού γιατο σπίτι. Η µάνακιο πατέρας δεν ήξεραν τίποτα. Δεν εἶχαν ακού- σειποτέ τη φωνή της Τζόαν Μπαέζ καιτου Μπόμπι Ντίλαν, δεν εἶχαν ακούσει ποτέ το γέλιο το γλυκό όλων των γελαστῶν παιδιών. του κόσμου. Δεν εἶχαν ποτέ υποιµιαστεί ὅτι εἶχαν στο σπίτιτους ἑνα γελαστό παιδὶ. Γ.έγινε µετά Τα πανάρχαια σπήλαια στα Μάταλα ἐγιναν το γλυκό σπίτιπου δεν το φύλαγε ο Κέρβερος, το γλυκό σπῖτι όπου κυκλοφορούσε ανενόχλητα η ζωή και ο θάνατος. Το όνοµα «Γούντστοκ» έγινε σύμβολο ελπίδας και φωτεινός. καθο- δηγητής. Στη Ρώμη τα «παιδιά του σελουλόϊντ» ἐφτιαχναν τη φιγούρα του νεορεαλιστή µπλαζέ ήρωα καιστο Παρἰσιοιφοιτητὲςτης Σορβόνης ἑκαναν εκστρατεία σε όλα τα [Πα- γεπιστήµία της χώρας για να φτιάξουν ἑνα νέο ουρανό µε κὀκκιγο φόντο. Κάποια µέρα του Μάη εργάτες και φοιτητές ενωμένοι διακἠρυξαν τα δικά τους καινούρια δικαιώ- µατα του ανθρώπου καιτου πολίτη: «Να εἰ- σαστε ρεαλιστὲς, να ζητάτε το αδύνατο», «κάτω απὀ την ἄσφαλτο βρίσκεται η αμμου- διά», «κάθε διδάσκων εἶναι διδασκόµενος», «ο αγώνας συνεχίζεται», «προσοχή, τα αυτιά έχουν τοἰχους», διακηρύξεις σε µορφή προτροπής και διαπίστωσης γραμμένες στους τοίχους της Σορβόνης για να ξεση- κώνουν τη θερµόαιµη νεολαία που ὀρθωνε οδοφράγµατα, σ᾿ ἑνα Παρίσι φλεγόμενο που ζούσε την εποχή των κερασιών. ΑΙ ὕστερα τι έγινε Πάλι σιωπή και Βουβαμάρα και κάποιοι κάπου πέθαι- ναν απὀ αγάπη κι απὀ αηδία. Γιατί, η. κοινωνία που ονειρεύτηκαν, η ουτοπία, Π. Πολιτεία του ΄Ηλιου, το Ελντοράντο τους, ἐδειξε πάλι ξαφνικά τη σκληρότητα στο µε- γαλείοτης. 0 κόσμος γέμισε γκρἰζο μπετόν. και πολυεθνικές, καφκακικά γραφεία και ηλεκτρονικούς υπολογιστὲς, ο κόσμος γέ- μισε υπολογιστές, ο κόσμος γέμισε υπολο- γιστές, υπολογιστές, υπολογιστές. Ο Τζον Λένον δολοφονήθηκε, τα παιδιά, πων λουλουδιών µαράθηκαν, οιξεφυλλισμέ-. νες µαργαρίτες απάντησαν σε όλες τις ερῶ-. τήσεις και αυτοκτόνησαν. Κάποια «παιδιά των λουλουδιών» βιάστηκαν να πετάξουν. απὀ πάνω τους τις λουλουδένιες γιρλάντες τους και τα κεντηµένα γιλεκάκια για να εν- δυθούν το καθωσπρέπει ἑνδυματου στελέ- χους επιχειρήσεως: Σκούρο κουστούμι και γραβάτα. Κάποιοι τώρα κυκλοφορούν µε τη «Μερσεντὲς» Tou µπαμπά αφού κληρονό- µησαν το δικηγορικό του γραφείο µε την πελατείατου ἡ το πολυτελἑς ιατρείο µε την πελατεία του. Άλλοι έγιναν πολιτικοί γιατο καλό µας, ἆλλοι αρχιτέκτονες για το καλό μας, άλλοι βιομήχανοι γιατο καλό µας. Καιη ζωή τραβάει πὀτε την ανηφόρα, πότε κα- τρακυλάει στην κατηφόρα. Ταπαλιἁ δέντρα, που ἄλλοτε δε βολεύονταν εὐκολα, βολευ- τήκανε µε διάφορους τρόπους καιταλιανο- τράγουδα της πικρής πατρίδας έγιναν ενι- σχυµένη κασέτα - βιτεοκλίπ τουριστικού προσανατολισμού. Τι απέγιναν οι παλιοί θαμώνες των µπου- ἁἆτ Τιαπέγιναν οι μπουάτ, Στην Πλάκα πάν-- 830 Ἰουνίου 1991. 16 πως επικρατεί τουριστική ηρεμία. 4 οι «μπουάτ» δεν υπάρχουν πια Οι Smee σεις --- μπουάτ μετακόμισαν. προς τη. νε ρο Συγγρού, η πίστατους μεγάλωσε, QI. τικά και κἀθε βράδυ όλα τα μωρᾶ στην σα αλα κουνιούνται, διαι a yia To της κοινωνίας µαι αι acne, στης «κοντοπό.. Κάπου - κάπου βλέπεις μερικούς. «παρε. Ἐηγημένους», αραχτούς στα Εξάρχεια ανα. κατεµένους µε το πλήθος των νεαρών που τους αρέσει να µεταμφιέζονται σε. αναρχι- κοὺς χωρίς ναξἑρουν καν πώς εἶναι Παστο- λἠ» του αναρχικού. Κάπου - κάπουτα koupé- λιατραγουδάνε ακόµα, ρυτιδιασμένα φαντά- σµατα του παρελθόντος που κουβαλούν το σύνδροµοτης τροµερής δεκαετίας του 60, Κάπου - κάπου ένας αλκοολικός Ιδιοκτή- της ξενοδοχείου σου αποκαλύπτεται δει- χνοντάς σου την ταυτότητα µε το. σημάδι της πικρής μικρής αγάπης. Κάπου - κάπου ἑνας κυριλὲ τύπος στο ἀκουσμα. ενός τρα- γουδιού των Τσαρµς «σπάει» καιξεσπάεισε. κλάματα µέσα στο αχανές. νεκροταφείοτων. αγώνων της άδολης ηλικίας του ανθρώπου. Κάπου - κάπου ἑνας νεάζων φίλαθλος, έχοντας ήδη αρκετά περάσει τα 40, 5 ρουλαλάς της ΑΕΚ ἡ θερμός οπαδός του θρύλου καιτου Σιδέρη που τότε αγωνιζόταν. µόνο για την τιµή καιτη δόξα της φανέλας, θυμάται, µέσα στο κατάµεστο γήπεδο, την. πραγματική χρονολογική του προέλευση, Τότε, περικυκλωµένος απὀ το αγριεµένο πλήθος, αναμειγνύει ουρλιάζοντας µε λύσ- σα στα συνθἠµατα και στις ιαχὲς των ἄλλων, πους ανοµολόγητους αναστεναγμοῦς, το αναχρονιστικό και ανακόλουθο µοιρολόιγια τους χαµένους συντρόφους, για τα χαμένα ιδανικά, για τα ποδοπατηµένα και Εεθιµα- σμένα μηνύματαπου δεν έχουν πλέον οὖτε. αποστολέα οὖτε παραλήπτη. Το σύνδροµοτης δεκαετίας του ᾿60 μοιά- ζει µε την πόλη του Καβάφη που σ᾿ ακο- λουθεί παντού. Μοιάζει µε ἑνα περίεργο. μικρόβιο που, για κάποιο σεβαστό διάστηµα, σε αφήνει ήσυχο και σεβάσμιο κι ὕστερα σε. κυριεύει και σε κάνει να πονάς, να πονάς. βαθιά στην ψυχἠ, στο νου και στην καρδιά, γα πονάς σαν εκεῖνο τον ήρωα του «Σαν. Μικέλε» που έχασε µέσα απὀ τα χέρια του. την επανάσταση γιατί «χωρίς περίσκεψη, χωρίς λύπη και χωρίς αιδώ, μεγάλα και υµη- λά τριγύρω του έχτισαν τείχη». ΥΓ: Στο θέµα δεν πηγαϊνει υστερόγραφο γιατὶ τουλάχιστον ακόµα, δεν υπάρχει επιμύ-. θιο. Ας ακούσουμε µόνο το ρεφρὲν του «ΑἰαδαΚία 5οπᾳ» απὀ την πεθαµένη φωνή tou Morisson: «Show me the way to the next whiskybar»...