Back

ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΖΩΗ

Ὕγκρεμί ΑΓΡ. ΝΕΟΛΑΙΑ =’ ὅλες τὶς χώρες, ποὺ μετὰ τὸ ξεσκλάθωµά τους ἀπὸ τὸ φα- σισµό, µπήκανε στὸ δρόµο τῆς Λαοδημοκρατικῆς ἀναγέννησης, ἑ- κεῖ καὶ ἡ ἀνοικοδόμηση καὶ ἡ οἳ- κονομικἡ ἀνασυγκρότηση ἔχει ἁρ- χίσει καὶ προχωρεῖ μὲ τὸ τραγού- δι, Μὲ τὸ τραγούδι τῶν λεύτερων λαῶν, ποὺ τοὺς χαμογελᾶ τὸ μέλ. λον ποὺ γεννιέται µέσα ἀπὸ τὰ δυνατά τους χέρια καὶ στεριώνε- ται πάνω στὸ δικό τους τὸ λεύ- τερο χώμα, Μὰ τὸ χτυπητό, τὸ ζωντανό καὶ τὸ ρωμαλέο στοιχεῖο, ποὺ 6ά- ζει τὴ σφραγίδα του σ᾿ ὅλη τὴν πρὸς τὰ μπρὸς ἐξελιχτικὴ πορεία, εἶναι ἡ ΝΕΟΛΑΙΑ. Ἕνας χείμαρρος ἡ νηότη καλ- ᾿μπάζει στὰν καινούριο δρόμο, ικαὶ δημιουργεῖ, xT καὶ τσιμεντώνει τὸ χαρούμενο μέλ λεν, ἀπολυτρώνει κι ἀνεβάζει τὴ ζωὴ στὸ ἐπίπεδο τῆς εὐτυχίας, μὲ τὸ γέλειο καὶ τὰ τραγούδι, Γελᾶ, τραγουδᾶ καὶ χτίζει... Στὸν τόπο µας, στὸ σκλαδω- µένον τόπο ἡ νεολαία µας λαγ- κοξέρνει καὶ στηθοκοπιέται͵ ὅπως ὁλόκληρη ἡ ζωή. Μὰ µέσα σ) αὐτὸ τὸ στηθοκό- πηµα, τὸν ἀμφίθολο καὶ κακοτρό- χαλο δρόμο, ποὺ ξετυλίγεται μπρο σης στὴν ΕΠΙΤΑΓΗ τῆς ἱστορίας καὶ στὴν ΚΛΗΣΗ τῆς καινούρ- γιας ζωῆς. Ἡ ΑΟΝ--ἡ κυριώτερη ὀργά- νωση νεολαίας--- δὲν εἶναι τιὰ ᾱ- νεδαφικἡ κίνηση, δὲν ἀποτελεῖ ἕ- να ρωμαντικὸ ξεκίνημα, Εἶναι yév νηµα τῆς σὍγχρονης Κυπριακῆς πραγματικότητας, ἔχει τὶς ρίζες της µέσα στὴ γενικὴ προοδευτική 1 |tropeia τοῦ λαοῦ µας. Νοιώθεί καὶ συμμερίζεται τὸν πόνο τοῦ λαοῦ, συμμετέχει στὸ µόχθο τῆς ζωῆς, καὶ λαχταρᾶ τὴ λαχτάρα τοῦ λα- οῦ γιὰ τὴ λευτεριά, Ps Αν ρίξουμε μιὰ ματιὰ στὴν ὕ- παιθρο θὰ δούµε σὲ πολλὰ χώριὰ ον νὰ ολοι στά µας, ἕνα ὠργανωμένο νεολαι- ἵστικο κίνημα ἔχει ξεκινήσει μὲ τὸν καῦμὸ τῆς δημιουργίας, μὲ τὴ φιλοξοξία τοῦ συγχρονισµο», μὲ thy προσπάθεια τῆς ἀντατόκρι- καὶ θὰ χαρούμε τὴν προοδευτικὴ κίνηση τῆς νεολαΐας µας. Θὰ δοῦ- µε ἕνα στοργικὀν ἐνδιαφέρον τῶν νέων γιὰ τὸ χωριό, γιὰ τὰν ξεθς- μελιωμένο δρόµο, γιὰ τὴν ὑγεία, γιὰ τὸ δέντρο, γιὰ τὸ νερό, γιὰ τὸν αὐλόγυρο τῆς ἐκκλησιᾶς γιὰ τὴν πλατεῖα τοῦ χωαιοῦ. Ἡ ἰδέα τῆς θελτίωσης, ὁ πόθος γιὰ τὸν ἐξωραῖσμὸ τοῦ χωριοῖ, ἡ καλλιτέ. ρευση, τὸ ὤμορφο καὶ τὸ καθαρό, ἁπασχολεῖ τὴν νεολαία τοῦ χω- ριοῦ. «Τὰ παιδιὰ τῆς ΑΟΝ δεντρο Φύτευσαν τὸ δρόµο τοῦ χωριοῦ, ἐκαθάρισαν τὴ θρύση, ἔφτια- ξαν τὸ περίγυρο τῆς ἐκκλη- σιᾶς....» Αὐτὲς οἳἵ εἰδήσεις δηµοσιεύον- ται μὲ μικροὺς καὶ ἀναιμικοὺς τή. τλους, καθημερινὰ στὶς ἐφημερί- δες, Κι᾿ ὅμως περικλείνουν τὸ µέ- Ύεθος καὶ τὸ μµεγαλεῖον τῆς και- νούριας δύναμης, ποὺ ἄρχισς vd ἐμφανίζεται ὁμαδικά. Ἡ νεολαία τῆς ὑπαίθρου εἶναι πιὸ κοντά στὸ νόημα τοῦ μόχθου καὶ τῆς σκληρῆς ζωῆς τῆς ἀγρο- τιᾶς µας, ἐνῷ μπορεῖ κι ἔχει στραμμένα τ᾽ αὐτιά της καὶ τὰ µάτια ἔξω ἀπὸ τὸ στενό της πε. Ριδάλλον κι ἀκούει τὸ ΑΒόρυθο τῆς µάχης, ποὺ δίνεται στὰ πε. τράλωνα τῆς πολιτισμένης ζωῆς, γιὰ τὸ κέρδισµα τῆς ζωῆς. Νὰ δι- ορθώσει, νὰ καλλιτερεύσει, νὰ θελτιώσει, αὐτὸ τὴν ἀπασχολεί καὶ μ᾿ αὐτὸ καταπιάνεται͵ σήµε- ρα ἡ νεολαία µας. . Κι’ εἶναι ἐλπιδοφόρο καὶ καλὸ σημάδι, ate ΤΣΙΦΛΙΚΙΑ Ἔχουμε µιλή- σει κι’ ἄλλοτε γιὰ τὰ τοιφλίκια, τὰ Μοναστηριακά, τὰ χαλίτικα, πὰ ἐφκάφ κι’ ὅλες αὐτὲς τὶς 6δέλ- λες καὶ τὶς Λλεσαιωνικὲς µυλόπε- πρες, πούναι κρεµασμµένες στὸ λαι- μὸ τῆς ἀγροτιᾶς µας. Μὰ τὸ µε- γαλύτερο παιδεμὸ, ἀπὸ τὴ μεριὰ τούτη, τὸν τραδόάει ἡ ἐπαρχία τῆς Πάφου, Ἡ πιὸ καλἠ κι’ ἔφορη yt ἀνήκει σ᾿ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὁρ- γανισμοὺς ποὺ. ἀναφέραμε, Στὴν Πάφο ζῆ ὁ Μεσαΐωνας α᾿ ὅλη του τὴ μεγαλοπρέπεια, ᾿Εκεῖ ζῆ καὶ θασιλεύει ἡ στεγνὴ καὶ 6ρυκολα- κιασµένη μορφὴ τοῦ δουλοπαροί- κου, στὸ πρόσωπο τοῦ ἀκτήμονα γεωργοῦ. Τὸ χειμῶνα, στὴν ἕξυ- πολυσιά καὶ τήν παγωνιὰ καὶ τὸ καλοκαίρι λυώνει µέσα στὴ ζέστη καὶ στεγνώνει τὴν ὑὕπαρξή του ὄχι γιὰ νὰ γεμίσει τὰ δικά του τὰ dpe TAPIA, Ya τοῦ τσιφλικᾷ ἀφέντη. Εκεϊ ἡ γῆ ἐνοικιάζεται πρὸς ᾱ--- λίρες τὴ σκάλα, τὰ πότιµα *H νοικιάζουν τὸ νερὸ τοῦ ποτα- μοῦ πρὸς ἆ---δ λίρες, Στὴν Πά- φο εἶναι ποὺ ζῆ καὶ γιγαντώνεται ὁ Δράκος τοῦ νεροῦ, ποὺ ρουφᾶ στάλα μὲ στάλα τὸ αἷμα τῆς ᾱ- γροτιᾶς, Τὸ «προνόμιο» ἀπὸ δε- κάδες χρόνια, ἀπὸ Τουρκοκρατί- ας ἀποτελεῖ τὴν ἀσήκωτη ἁλυ- σίδα γιὰ τὸν ἀγρότη, τὸν στερεῖ ἀπὸ τὰ φυσικὰ ἀγαθά, Κάθε χρό- νο Βλέπεις τοὺς καλόγερους τῶν Μοναστηριώὼν νὰ γυρνοῦν τὰ χω- ριά καὶ νὰ «τελαλίζουν» τὴ yn, ποὺ. ἡ καλοκαγαθία καὶ ἡ εὐσέ- θεια τῶν παπούδων χάρισε στὰ διάφορα Μοναστήρια, χωρὶς νὰ μποροῦσαν νὰ φανταστοῦν τὶ δη- μιουργοῦσαν γιὰ τὰ παιδιά τουὸ καὶ τὰ ἐγγόνια τους... Πέρασαν χρόνια, πολλὰ χρόνια καὶ κυλοῦν κι’ ἄλλα χρόνια, Καὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ Φωτισμένοι μὲ τὰ φῶτα τῆς «Δητικῆς Δημοκρατίας» χαίρουνται τὸ μεγαλοπρεπή Με- σαΐωνα τῆς Κύπρου καὶ δὲ συγΥ- ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΛΘ ΤΗΣ ΛΓΡΟΤΙΑΣ - γεται σήµερα στὴν Κυπριακἡ ὕ- κινοῦνται ἀπὸ τοὺς συφοριασµέ-| παιθρο : νους δουλοπάροικους. Μὰ χώρια ἀπὸ τοὺς ξέ- veug, ὑπάρχουν κ οἱ δικοί µας «παράγοντες», πολιτικάντη- δες καὶ ρέστοι, ποὺ πολὺ λίγο τοὺς ἐσυγκίνησε τὸ Μεσαιωνικὸ σκοτάδι, μέσ᾽ τὸ ὁποῖᾳ πνίγεται ἡ ἀγροτιά µας, Μόνον ὅταν χρει- αζόταν ἡ ψῆφος δουλοπάροι- κου, οἱ συνειδητοὶ ἀσυνείδητοι δισιωνιστὲς τῆς δει.λοπαροικίας ἐπισκεφτόνταν τὴν ἀγροτιὰ κ᾿ ἐ- χάριζαν σ᾿ αὐτὴ μερικὰ γλυκόλο- γα μαζὶ µέ «φούρνους καὶ παξι- μάδια»... Μὰ τὰ πράγματα ἄλλαξαν, Δὲ μποροῦσαν παρὰ ν᾿ ἀλλάξουν. Ὁ ἀγρότης µας δὲ μποροῦσε νὰ κὀ- ψει ἔξω ἀπὸ τὶς ἀχτῖνες τοῦ κοι- φωνικοῦ φωτός, ποὺ φωτίζει τὸν κόσµο. Κάτω ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ ἄπλετο φῶς, ποὺ πέφτει καὶ στὸν τόπο µας, κατώρθωσε νὰ δξῖ τὶς ἀνοι- χτὲς πληγές στὸ ὑγιὲς σώμα του, ᾿ καὶ νἁ διαπιστώσει τὸ θάθας τους, Άρχισε νὰ διακοίνει τὰ παράσι- ἰτα, τὰ τσιμπούρια, ποὺ τοῦ Bu 'Ο Βοσκός. ζαΐνουν τὸ αἶμα. Αρχισε νὰ θλέ- πει καθαρὰ µέα᾽ τὸ σκοτάδι ποὺ τὸν κυκλώνειᾶ Άρχισε ν᾿ ἀνεδαί- νει πνευματικὰ, νὰ φωτίζεται. “Eva ρώμαλέο σύνθημα ἀκού- «ΝΑ ΔΟΘΗΗΓΗ ΣΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗ- TEE THE....> _A& θέλουμε δεκάχρονα πλάνα ἀεὐημερίας», Θέλουιε τὴ γῆ µας καὶ τὴ λευτεριά µας... Παραστά- της καὶ Εοηθὸς καὶ ὑποστηριχτὴς τοῦ ἀγροτικοῦ συνθήµατος οστέ- κεται ἡ «ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΩΝ KY- ΠΡΟΛ/», γέννημα τῶν καινούριων συνθηκῶν, τῆς καινούριας ἐποχῆς, τῆς ἐποχῆς τοῦ φωτός καὶ τῆς ᾱ- νόδου. Πέγεια, Μομώνια, Λλανδριά | ᾿Αναρίτα, Κούκλια, Γεροσκήπου, κι ἄλλα, κι᾿ ἄλλα χωριά τῆς Πά- Φου καὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν δέ- Χονται καὶ ρίχνουν τὸ ἴδιο σύν- θηµα, Μ᾽ αὐτὸ τὸ σύνθημα, σὰν κορωνῖδα, κατεθαίνουν οἱ ἀγρότες τῆς Πάφου ατὸν ἀγῶνα, ποὺ ὁρ- γανώνει ἡ ΕΑΚ μέσ) τὸν ᾿Απρίλη. Μ᾽ αὐτὸ τὸ 6ασικὸ αἴτημα κα- τεθαϊῖνουν στὴν Α.΄ ᾿Επαρχ. Συν- διάσκεψη τῆς ΕΑΚ Πάφου. τ Γ, ΓΑΤΟΣ ΕΝΑΣ ΚΑΥΜΟΣ Κ᾽ΕΝΑΣ ΠΟΝΟΣ Εἴχεν ἀρχίσει νὰ νυχτώνει. 'Ὁ΄ ἥλιος, ὁ ἀνοιξιάτικος ἥλιος ἔγερ- νε στὴ Δύση, Κι’ ἔδαφε κόκκινο τὸ Βουνό, καὶ σκόρπαε χρυσάφι στὸν ἁπλωτὸ κάμπο, ‘H ὥρα ποὺ ὁ ζευγολάτης το!- µάζεται γιὰ τὸ γυρισμό στὸ κο- νάκι του, Στὸν ὄχτο τοῦ χωρα- φιοῦ, στὸ ἁμώνι αὐτὸ ποὺ Mavi- ζεται ἡ ζωή του, ἔχει ἀποθέσει τὸ “Ἱσακκισμένο σῶμα που, Κι’ γναντεύει τὸν ἥλιο καὶ τὸν Ἐν μὲ τὶς ἐλπίδες του: Κάποια µέρα θάρθει ὁ ἀναπαμόάς. ἰΚι’ ἂν δὲν εἷ- ναι γι’ αὐτόν, θᾶναι γιὰ τὰ παιδά του, γιὰ κείνους ποὺ θἄρθουν µε- τὰ ἀπ᾿ αὐτόν. Κι αὐτὸς ὁ ἥλιος, ποὺ περνάει τόσο θιαστικά, θὰ σταθεῖ ἐκεῖ στὰ κόψιμο τοῦ δου- νοῦ, ἐκεῖ στὴ τελευταία αὐλακιά τοῦ χωραφιοῦ του.. Καὶ θὰ τὸν δεῖ καὶ θὰ τὸν χαρεῖ ὁ τραγικὸς ζευγολάτης τῆς Κυπριακῆς γῆς, eae Ἐκεῖ τὸν θρίσκουµε τὸν ρεσπέ- pn. Ἐκεῖ θὰ συναντήσουμε ὅλους τοὺς ρεσπέρηδες τῆς Κύπρου. Κι) ἀγναντεύουν τὸ δρόµο ποὺ ἰσιώνει πρὸς τὸ χωριό, καὶ κεῖνον, ποὺ συνδέει τὸ χωριὸ μὲ, τὴν πό, λη, κι ἔχει, πολλὰ νὰ μᾶς πεῖ γι’ αὐτοὺς τοὺς δρόμους : ---Τὸ χειμῶνα ἁδιάδατοι ἀπὸ τὶς λάσπες καὶ τὶς κατεθασιὲς τῶν νερῶν, Τὸ καλοκαίρι ξεθεµε- λιωμένοι, χαντάκια καὶ τάφροι. Τὰ πόδια καὶ τὰ δικά µας καὶ τῶν ζωντανῶν µας σαπίζουν τὸ χει μῶνα καὶ τσακκίζουνται τὸ κα- λοκαίρι,.. Μὰ ποιὸς νὰ μᾶς δεῖ ποιὸς θὰ νοιώσει τὸν καὐμὸ καὶ τὸν πόνο µας]... Ἔχει κι’ ἄλλα νἁ μᾶς πεῖ, Καὶ μιλᾶ μὲ τὸ στόμα ὅλων τῶν ᾱ- γροτῶν : --Καὶ τὸ νερό! τὰ νερὰ ποὺ τὸ δίνει ὁ Θεὸς!΄ Ὡς κι’ αὐτὰ” τὸ ὀρίζουν, Τὸ κάναν δικό τους, “I~ δια ὅπως τὴν ἐληά, ὅπως τὴ γῆ. Περνάει µέσα ἀπὸ τὸ χωράφι σου, τὸ θλέπεις καὶ τὸ λαχταρᾶς καὶ δὲ μπορεῖς νὰ τὸ γγίξες. Θὰ πληρώσεις γιὰ νὰ τὸ γγίξεις. Θὰ τὸ πληρώσεις ἀκριδά. 4 λίρες, 5 λίρες, ό λίρες τὴ σκάλα, Κι) ἂν θέλεις σοῦ λέει, Μὰ ποιὸς ἐνδιαφέρθηκε Υι᾽ αὐτὸ τὸ ἄδικο, Καὶ ποιὸς σκέφτηκε νὰ 6άλει στὴ θέση τους αὐτοὺς ποὺ κάµνουνε τὸ ἄδικοι Μὰ ἔχει κι ἄλλα νὰ μᾶς πεῖ ὁ ἀγρότης τῆς Πάφου, τῆς Καρ- πασίας, τῆς Λεμεσοῦ, τῆς Λάρ- νακας... Όλοι ἔχουν ἕνα στόμα, µαραμένο στόμα, μιὰ ψυχἠ, στεγ- νωμένη ἀπὸ τὸν πόνο ψυχή. —N& ἡ γῆ, ᾿Αρκετὴ καὶ ἵκα- νὴ νὰ μᾶς θρέφει. ὅλόυς, N& Th δουλεύουμε καὶ νὰ Αγάλουµε᾽ ἀπὸ, τὰ σπλάχνα της τὴν εὐτυχία µας, Μὰ δὲ γίνεται ὅήως. Βγάζουμε. τὴν εὐτυχία καὶ μᾶς τὴν παίρνουν µέσα ἀπὸ τά χέρια µας, Ἔχει τὰ πιὸ καλὰ καὶ τὰ πιὸ γόνιμα χωράφια δὲ μᾶς ἀνήκουν. ᾽Ανή- κουν σὲ κάποιους ἄλλους, ποὺ δὲν τοὺς εἴδαμε ποτὲς (σκυφτούς πά- va ἀπὸ τὴ Υῆ νὰ τὴν ποτίζουν μὲ τὸν ἱδρῶτα καὶ τὸ αἷμα τους. Ποὺ τοὺς δλέπουµε, µόνον, σὰν ἔρ- χουνται νὰ πάρουν ὅτι θγαίνει ἀπ᾿ τὰ δικά µας χέρια. Εἴτε τσι- Φλικάξες λέγουνται αὐτοί, εἴτε Μπέηδες, εἴτε µοναστήρια, Τὰ ἴδια χέρια ἔχουν. Χέρια ν᾿ ἁρπά- ζουν καὶ νὰ μὴ δίνουν... Ποιὸς Θεός τὸ θέλει αὐτό Ἔχει κι) ἄλλα, τόσα ἄλλα νὰ μᾶς πεῖ ὁ ἀγρότης, ποὺ κάβέται στὴν τελευταία αὐλακιὰ τοῦ χω- ραφιοῦ, ταακκισµένος ἀπὸ τὸν κάµατο τῆς μέρας... --Νὰ κανένας δὲ νοιάστηκε γιὰ μᾶς, Γιατὶ δὲν εἶχε τὸν καιρὸ νὰ νοιαστεῖ. 'Ο ξένος εἴναι ξένος, Ἡ μάνα νοιάζεται γιὰ τὸ παιδὶ καὶ τὸ παιδὶ γιὰ τὴ μάνα... ElSa τὸ Ελέωµα του ν᾿ ἀκο- λουθεῖ τὶς τελευταῖες ἀχτῖνες τοῦ | Ῥλιου, τὸ πρόσωπό του νὰ φώτί-! ζεται πὸ τὸν καὐμὸ τῆς νοσταλ- γίας, —O& γυρίσουμε, Υιέ µου, στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας µας, ἕι ᾱ- σφαλῶς αὐτὴ θά νοιαστεῖ γιὰ μᾶς κι ἐμεῖς γι” αὐτήν, , ΔΙΟΦΙΛΗΣ ΑΓΡΟΤΕΣ ΕΝΩΘΗΤΕ Ἐνωθεῖτε κι ἀποτελέστε μιὰ ΑΥΝΑΜΗ. Μιὰ δύναμη εἶναι Evers ἰσχυρὸς ΜΟΧΛΟΣ ὤθησης πρὸς τὰ µπρός. ᾿Οργανωθεῖτε γιὰ ν' ἀποτελέ- σετε μιὰ καθοδηγηµένη δύναμη. Μιὰ καθοδηγηµένη δύναμη ἀπο- τελεῖ μιὰ ἐγγύηάη γιὰ ἐπιτυχία ποῦ ἀγῶνα, | ΑΓΩΝΙΣΤΕΙΤΑΙ. 'O dyavas el | τὸ σύνεργο π) ἀνοίγει τὸ δρόμο | γιὰ τὴν οἰκονομικὴ ἀπολύτρωση, ! καὶ μαζὶ γιὰ τὸ ἐθνικὸ ξεσκλάδω- | a, . 'H ΕΑΚ. ἡ πιὸ γνήσια ὀργά- νωση, Por guards, παραστάτης τοῦ φτωχομεσαίαυ καὶ τοῦ ἀχτή- pave ἀγρότη παλεύει ἁδιάκοπα γιὰ τὴν Καλλιτέρευση τῆς ἀγρο- τιδς, Συσπειρωθεῖτε γύρω ἀπὸ τὴν ΕΑΚ, δυναμῶστε, ἀτσαλῶστε τδ ὄργανον τοῦ ἀγῶνα σας, Αὐτὸ εἶναι τὸ καθήκον σας σή- μερα. Γ.Γ