Back

ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΑ

---------Ἓ. Ἑλληνιχό χροενογρόάφηµα NEKPOAOTIA Ποιὺς νὰ σὲ κλάψει ἐσ'να Μπάρ- μπα Λιγνέ Ποιός, ἀδερφέ µου, νὰ σὲ µοιρολογήσει... Αν εἶχε ἡ καψο- Ὑρηά σου κάπο.ο δάκρυ, τῆς τὸ οτ.- Ὕνωσε ὁ Ἰίξας τῆς παληοζωῆς που κάνοµε. Τὰ παιδιά σου Ἰρέχουν ἀπὸ φάμπρικα σὲ γιαπὶ κι’ ἀπὸ μαγαζὶ σὲ ἐπιχείρηση καὶ παρακαλοῦν... -Καμιὰ δουλειὰ ἀφεντικό.... Κι εἶναι ἡ φωνή τους ὅμοια μὲ τὴ δική σου. Κι’ εἶναι φράση στερε- ὀτυπη. Παρακαλεστική. Μισοπνιγµευ] στὸ στεγνὸ λαρύγγι. Ποὺ τὴ συχάθη- κες κι’ ὁ ἴδιος χρόνια τώρα. [ιατὶ ἔμοιαζε μὲ ζητιανιά. -Καμιὰ δουλειὰ ἀφεντικό.... Kv’ ὅπως ἤσουνα περήφανος. Κι’ ὅπως ἤσουνα ἐργάτης. Κι) ὅπως εἰ- χες τὸν ὑψηλώτερο τίτλο τιμῆς, “C- ταν παραξεχείλισε τὸ ποτῆρι μὲ τὸ δηλητήριο, χρόνια τώρα, καὶ κάποιο ἀφεντικὸ σὲ λυπήθηκε κι’ ἔόγαλε νὰ σοῦ δώση ἕνα Χχιλιάρικο, γιατὶ A φράση Άταν στερεότυπη, παρακαλε- στική, τότε ἔφυγες τρεχάτος, μὲ ιὰ μάτια ἀγριεμένα, μὲ σκοτισµένο λο- γικὸ κι ἔπεσες ἀπ᾿ τὴν ᾿Ακρόπολη.... Ki’ ὅταν, πονεµένε ἁδερφέ µου, ἔρριξες τὴ ματιά σο στὴν ἀπέραντη πολιτεία σου καὶ τὴν εἶδες σἀν ἕνα ὄνειρο θαμπἡ καὶ εἶδες τὶς οἰκοδομὲς ποὺ ὄψωσαν τὰ χέρια σου, τὰ τραῖΐνα ποὺ τοὺς ἔδινες ζωή, τὰ φῶτα ποὺ πέρνανε ἀπ' τὴν ψυχή σου τὴ λάμψη τους, τὴν ἄσφαλτο ποὺ τὴν ἔπλασες μὲ tov ἱδρῶτα σου, τότε ρίχτηκες στὸ Χάος... Στ᾽ αὖτιά σου, μὲ τὸν ἵλιγγο τῆς πτώσης, θούϊζε ἡ καταφρὀό- Ἠίαννε, --Καμιὰ δουλειά ἀφεντικό.... Piatt ἤξερες ἀτ᾿ τὸν προλετάριο παποῦ σου, πὼς ὁ ἐργάτης δὲ ζη- τιανεύει., Παίρνει τὸ δίκιο του μὲ τὴ γροθιά του. Καὶ πόνεσες πολύ... ΩΙ τὰ Χρόνια µαςὶ τὰ χρόνια µας! Μπάρμπα Κωνσταντῆ Λιγνέ.... Σὰν ἔπεσες ἀπὸ τὸ 6ράχο πολτὸς πειά, γύρω σου μαζεύτηκε ἕνα σµάρι ἀπὸ παιδάκια ποὺ ἔτυχε νὰ παίζουν, Ki’ dvolfave ta patina yp” ἁἀπορία. Καὶ δακρύσανε.. Καὶ ψέλισε ἡ γλῶσ- σα τους τὴ θλίψη: --Ὁ ἐργάτης! Ἔπεσε ὁ ἐργάτης.. Γιατὶ ἤτανε µαθηµένα νὰ σὲ Φλέ- πουν, κυρίαρχο τῆς γῆς. Νὰ σφυρᾶς χαρούμενος στὴν κορφὴ τοῦ γιαπιοῦ. Νὰ τραγουδᾶς περήφανος στὸ θάθος τοῦ µεταλλείου.. '᾿Απὸ προχθὲς ἤθελα νὰ σὲ κλάψω Μπάρμπα Κωνσταντῆ... Κι’ ἦταν ἔτο:- po τὸ Χαρτί µου, Siro τρέµουσες γραµµές. Μά, ἢρθε στὸ τυπογραφεῖο μιά ἄλλη εἴδηση πιὸ σοδαρή. Kal μὲ σάρωσε. |αὶ σὲ σάρωσε. ἴδια κι’. ἁπαράλαχτα, ὅπως σαρώνει τὰ γλυκόνειρα µας μιὰ ἐπέμδαση τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, ὅπως τρώει τὸ κῦ- μα, τὰ παλάτια τῶν παιδιῶν στὴν ἄμμο... Τέτοια εἶναι ἡ ἐποχή µας Μπάρ- µπα -- Κωνσταντῆ... Στυγνή.. ᾽Αμεί- λιχτη. Άγρια. Βαρειά. Συνισταµενη σὺ τοῦ ἀπελπιστικοῦ πόνου µας, /ἰέ- Φτεις μὲ θολὸ τὸ λογικὸ ἀπ τὴν ᾿Α- κρόπολη. Κι’ ἐμεῖς τὴ νύχτα τὴν πλημμυρᾶμε στὰ φῶτα... Τὴν ἴδια νύ- χτα. Πανηγυρίζουµε τὸ κουδάριασµά σου.. Κι’ ὕστερα δὲν ὑπάρχει Teta... Πᾶς.... Ὑπάρχει, ὅμως, μιὰ φώτογραφια σου ποὺ κάθοµαι καὶ τὴν κυττῶ. Ἰὰ µάτια σου σι(γµατα ἀγριωπὰ }εο- παρδάλεως καρφώνουν τοὺς ἑκθροὺς τῆς ἐργατιᾶς, Τὸ στόµα σοι πικρὸ μιλάει στὰ παιδιά σου: --“Σταθῆτε ἄντρες δρέΙ Ὁ κάσιος εἶναι δικός σας. Γκρεμῖστε τὴ σαᾶ- πίλα καὶ,.,χτῖστε ταν ὅλο φῶς... Εἴ- ναι δικός σας... t Γ, ΛΑΜΠΡΟΣ nT